Μια τυχαία ανάγνωση εφημερίδας τον Ιούνιο του 2006 αποδείχθηκε καθοριστική για την αποκάλυψη μιας υπόθεσης που θα στιγμάτιζε το FBI και θα αποκάλυπτε τη δράση ενός ανθρώπου που κατάφερε για χρόνια να κινείται ανάμεσα στον κόσμο των εγκληματιών και των ομοσπονδιακών αρχών.
Ο Ρομπ ΜακΛέοντ ξεφύλλιζε μια τοπική εφημερίδα όταν η προσοχή του στράφηκε σε ένα άρθρο για έναν πατέρα που είχε τοποθετήσει μια διαφημιστική πινακίδα έξω από το στριπ κλαμπ Shotgun Willie’s στο Γκλέντεϊλ του Κολοράντο. Στην πινακίδα αναγραφόταν το μήνυμα «Τζένιφερ, πού είσαι;», καθώς ο πατέρας αναζητούσε πληροφορίες για την κόρη του, Τζένιφερ Μάρκουμ, η οποία αγνοούνταν εδώ και τρία χρόνια.
Η ιστορία άγγιξε άμεσα τον ΜακΛέοντ. Περίπου τρία χρόνια νωρίτερα είχε εξαφανιστεί η δική του κόρη, η 19χρονη Κέισι ΜακΛέοντ, χωρίς να δώσει ποτέ ξανά σημεία ζωής. Όμως δεν ήταν μόνο η ομοιότητα των δύο υποθέσεων που τον έκανε να σταθεί στο δημοσίευμα. Στο τέλος του άρθρου υπήρχε μια φαινομενικά ασήμαντη αναφορά στον τελευταίο άνθρωπο που είχε δει ζωντανή την Τζένιφερ.
«Ήταν απλώς μια πρόταση στο τέλος του άρθρου», είπε ο ΜακΛέοντ στη Daily Mail. «Και αυτή ήταν που τα ξεκίνησε όλα».
Το δημοσίευμα ανέφερε ότι ένας άνδρας ονόματι Σκοτ Κίμπολ ισχυριζόταν πως είχε δει τελευταία φορά την Τζένιφερ να φεύγει από το διαμέρισμά του με προορισμό το αεροδρόμιο τον Φεβρουάριο του 2003. Λίγο αργότερα, το αυτοκίνητό της βρέθηκε εγκαταλελειμμένο.
Ο ΜακΛέοντ γνώριζε καλά το όνομα. Ο Κίμπολ ήταν ο σύζυγος της πρώην συζύγου του και μητέρας της Κέισι, Λόρι ΜακΛέοντ. Ο ίδιος παρουσιαζόταν ως πράκτορας του FBI και είχε ισχυριστεί ότι η Κέισι είχε φύγει από το σπίτι όπου ζούσε μαζί του και με τη μητέρα της τον Αύγουστο του 2003. Η Λόρι και ο Κίμπολ παντρεύτηκαν αργότερα τον ίδιο μήνα.
Ο Ρομπ ΜακΛέοντ παραδέχθηκε ότι είχε ήδη την αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Κίμπολ. Μετά την ανάγνωση του άρθρου, όμως, οι υποψίες του ενισχύθηκαν δραματικά. Επικοινώνησε με την εφημερίδα, η οποία τον έφερε σε επαφή με τον πατέρα της Τζένιφερ, Μπομπ Μάρκουμ. Οι δύο άνδρες διαπίστωσαν γρήγορα ότι οι υποθέσεις των παιδιών τους είχαν έναν κοινό παρονομαστή και αποφάσισαν να συνεργαστούν.
Ο Σκοτ Κίμπολ
Μέσα σε λίγες εβδομάδες εμφανίστηκαν μαζί στα γραφεία του FBI στο Ντένβερ απαιτώντας να διερευνηθεί ο ρόλος του Κίμπολ στις εξαφανίσεις των θυγατέρων τους.
«Πήγαμε εκεί από νωρίς το πρωί και τους είπαμε ότι μπορούν είτε να γίνουν οι ήρωες είτε οι μηδενικοί. Μπορούσαν να μας αγνοήσουν και να πουν ότι πρόκειται απλώς για παιδιά που είχαν μπλέξει ή να μας πάρουν στα σοβαρά», θυμήθηκε ο ΜακΛέοντ.
Εκείνη τη στιγμή οι δύο πατέρες δεν γνώριζαν ότι είχαν μόλις συμβάλει στην αποκάλυψη ενός επικίνδυνου κατά συρροή δολοφόνου, γνωστού με το προσωνύμιο «Χάνιμπαλ». Ο άνθρωπος αυτός όχι μόνο δρούσε κάτω από τη μύτη του FBI αλλά, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, είχε καταφέρει να αξιοποιήσει τη σχέση του με την υπηρεσία ώστε να συνεχίσει την εγκληματική του δράση.
Αν και ο Σκοτ Κίμπολ δεν ήταν πράκτορας του FBI, ήταν εμπιστευτικός πληροφοριοδότης της υπηρεσίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν θα συνδεόταν με μια σειρά εξαφανίσεων και θα ομολογούσε ακόμη και έως 50 δολοφονίες, σε μια υπόθεση που προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία του FBI.
Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν, ο Κίμπολ κατάφερνε να παρέχει ψευδείς πληροφορίες στις Αρχές, να εξασφαλίζει ευνοϊκή μεταχείριση και αποφυλακίσεις, να προσεγγίζει τα θύματά του και να διαπράττει εγκλήματα ενώ παράλληλα αμειβόταν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Όσο βρισκόταν στη μισθοδοσία του FBI, συνδέθηκε με τουλάχιστον τέσσερις δολοφονίες, εγκαταλείποντας τα λείψανα των θυμάτων του σε απομακρυσμένες περιοχές των ορεινών πολιτειών των ΗΠΑ.
Ο ειδικός πράκτορας του FBI Τζόναθαν Γκρούσινγκ, ο οποίος ανέλαβε την έρευνα, δήλωσε ότι η υπηρεσία άρχισε να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του προβλήματος μόνο μετά την παρέμβαση των δύο πατεράδων.
«Μόνο όταν οι δύο πατέρες συνεργάστηκαν και ήρθαν στο γραφείο μας κατάλαβε ο προϊστάμενός μου ότι οι συνδέσεις του Κίμπολ με τις υποθέσεις δεν ήταν απλές συμπτώσεις», ανέφερε. «Ήρθε σε μένα και μου είπε: “Έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα”. Είναι η μοναδική φορά που το FBI άδειασε πλήρως το πρόγραμμά μου για να ασχοληθώ με μία υπόθεση».
Μέχρι τότε, ο Κίμπολ βρισκόταν ήδη πίσω από τα κάγκελα για απάτη με επιταγές, αφού προηγουμένως είχε οδηγήσει τις Αρχές σε μια τηλεοπτικά μεταδιδόμενη καταδίωξη υψηλής ταχύτητας. Ο Γκρούσινγκ ξεκίνησε να παρακολουθεί τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του από τη φυλακή και πολύ σύντομα αντιλήφθηκε ότι είχε απέναντί του έναν εξαιρετικά επικίνδυνο χειριστή ανθρώπων.
«Έγινε γρήγορα σαφές ότι μπορούσε να βάλει τους ανθρώπους κάτω από την επιρροή του και να τους κάνει να κάνουν ό,τι ήθελε. Έβαζε τον έναν απέναντι στον άλλον και απομόνωνε κάθε άτομο. Ήταν εξαιρετικά χειριστικός», είπε.
Όσο προχωρούσε η έρευνα, ο πράκτορας συνειδητοποιούσε ότι η επιρροή του Κίμπολ είχε διεισδύσει βαθιά ακόμη και στο FBI. Η συνεργασία του με την υπηρεσία είχε ξεκινήσει το 2001, όταν βρισκόταν στη φυλακή της Αλάσκας για απάτη με επιταγές. Στη συνέχεια εργάστηκε ως πληροφοριοδότης για τα γραφεία του FBI στο Σιάτλ και στο Ντένβερ και μάλιστα του αποδόθηκαν επιτυχίες στην αποτροπή υποτιθέμενων σχεδίων δολοφονίας εισαγγελέα και δικαστή.
«Ο Σκοτ ήλεγχε ολόκληρη την αφήγηση. Ήταν σχεδόν σαν όσο πιο έξυπνος ήσουν τόσο πιο εύκολα μπορούσε να σε εκμεταλλευτεί. Έδινε 70% αλήθεια και 30% εξαπάτηση. Αν δεν ερευνούσες σε βάθος, δεν θα ανακάλυπτες ποτέ το 30% του ψέματος», εξήγησε ο Γκρούσινγκ.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι ο Κίμπολ δεν είχε ολοκληρώσει καν το λύκειο, αλλά μπορούσε να «διαβάζει» τους ανθρώπους καλύτερα από οποιονδήποτε είχε συναντήσει ποτέ.
Στη φυλακή, ο Κίμπολ τροφοδοτούσε το FBI με πληροφορίες για υποτιθέμενα σχέδια δολοφονιών και διαπραγματευόταν την αποφυλάκισή του για να βοηθήσει στην αποτροπή τους. Την ίδια στιγμή, εξαπατούσε και τους συγκρατούμενούς του, πείθοντάς τους ότι τους βοηθούσε να εξαφανίσουν κατηγορίες ή προβλήματα.
«Ο Σκοτ χρησιμοποιούσε διπλή γλώσσα. Έλεγε ένα πράγμα στο FBI και κάτι εντελώς διαφορετικό στον συγκρατούμενό του», είπε ο Γκρούσινγκ.
Μάλιστα, είχε δημιουργήσει ειδικούς κωδικούς που το FBI και οι κρατούμενοι ερμήνευαν διαφορετικά. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η φράση «το ψάρι είναι παχύ». Για έναν κρατούμενο σήμαινε «θα ανατρέψουμε την καταδίκη σου». Για το FBI σήμαινε ότι κάποιος «επρόκειτο να δολοφονηθεί».
«Ο συγκρατούμενος πίστευε ότι ο Σκοτ ήταν ο σωτήρας του. Το FBI πίστευε ότι ήταν ο δικός του σωτήρας. Στην πραγματικότητα, εκείνος παγίδευε τον συγκρατούμενο και όταν έβγαινε από τη φυλακή εξαφανιζόταν η φίλη του κρατουμένου», ανέφερε ο πράκτορας.
Τον Δεκέμβριο του 2002 ο Κίμπολ βρισκόταν σε φυλακή του Κολοράντο και μοιραζόταν το κελί του με τον Στιβ Ένις, σύντροφο της Τζένιφερ Μάρκουμ. Κατάφερε να πείσει το FBI ότι η Τζένιφερ εμπλεκόταν σε σχέδιο δολοφονίας επί πληρωμή. Η υπηρεσία τον αποφυλάκισε και τον πλήρωνε για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να συγκεντρώσει πληροφορίες.
Στην πραγματικότητα, όμως, είχε μόλις αφεθεί ελεύθερος ο άνθρωπος που σχεδίαζε να τη δολοφονήσει.
Λιγότερο από δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του, η Τζένιφερ εξαφανίστηκε.
Επτά μήνες αργότερα εξαφανίστηκε και η Κέισι ΜακΛέοντ. Ο πατέρας της τη θυμάται ως ένα εξωστρεφές και διασκεδαστικό κορίτσι. Ως παιδί ήταν πολύ αθώα, ενώ μετά την αποφοίτησή της από το σχολείο αντιμετώπισε κατά περιόδους προβλήματα με τα ναρκωτικά. Μέχρι τον Αύγουστο του 2003, όμως, φαινόταν να έχει αφήσει πίσω της αυτή τη ζωή. Είχε σταθερή εργασία και ζούσε με τη μητέρα της και τον τότε σύντροφό της, Σκοτ Κίμπολ.
Τότε ο Κίμπολ ισχυρίστηκε ότι είχε βρει ναρκωτικά στο σπίτι και ότι η Κέισι είχε το σκάσει.
Ο Ρομπ ΜακΛέοντ παραδέχθηκε ότι αρχικά ήταν περισσότερο θυμωμένος παρά ανήσυχος.
«Ήθελα να γυρίσει σπίτι αλλά είχε μπλέξει και στο παρελθόν και είχε φύγει ξανά, οπότε δεν ανησυχούσα ιδιαίτερα. Νομίζαμε ότι απλώς διασκέδαζε ή είχε ξαναμπλέξει με τα ναρκωτικά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όταν όμως οι ημέρες έγιναν εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες και οι μήνες χρόνια, η ανησυχία μεγάλωσε.
«Ανησυχούσαμε όλο και περισσότερο, αλλά δεν πιστεύαμε ότι είχε συμβεί κάτι τρομερό. Φοβόμουν περισσότερο ότι ήταν μπλεγμένη με τα ναρκωτικά ή ότι δεν είχε φαγητό», είπε.
Οι υποψίες του εντάθηκαν όταν η Λόρι αποκάλυψε αργότερα ότι και ο ίδιος ο Κίμπολ είχε εξαφανιστεί το ίδιο Σαββατοκύριακο με την Κέισι.
Κατά την έρευνά του ο Γκρούσινγκ ανακάλυψε ότι ο Κίμπολ συνδεόταν επίσης με την εξαφάνιση της ΛιΑν Έμρι τον Ιανουάριο του 2003. Τις δέκα ημέρες πριν χαθούν τα ίχνη της, η γυναίκα ταξίδευε σε όλη τη χώρα εκδίδοντας ακάλυπτες επιταγές. Στα τελευταία μηνύματα που έστειλε σε ξαδέλφη της, αποκάλυπτε ότι φοβόταν για τη ζωή της και ανέφερε ότι ο «Χάνιμπαλ», πρώην συγκρατούμενος του συντρόφου της Στίβεν Χόλεϊ, την προστάτευε. Το αυτοκίνητό της βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στο Μόαμπ της Γιούτα δύο εβδομάδες μετά την τελευταία φορά που είχε θεαθεί ζωντανή.
Ένα τέταρτο πρόσωπο που συνδέθηκε με τον Κίμπολ ήταν ο θείος του, Τέρι. Ο άνδρας εξαφανίστηκε το 2004, όταν ο Κίμπολ ισχυρίστηκε ότι είχε κερδίσει το λαχείο και είχε μετακομίσει στο Μεξικό μαζί με μια εξωτική χορεύτρια.
Περίπου έξι μήνες μετά την έναρξη της έρευνας και με τέσσερα πλέον θύματα να συνδέονται με τον Κίμπολ, ο Γκρούσινγκ κάθισε απέναντι από τον άνθρωπο που θεωρούσε πλέον κατά συρροή δολοφόνο. Όπως είπε, ο Κίμπολ βρισκόταν στα υψηλότερα επίπεδα των προφίλ του FBI για ναρκισσισμό, ψυχοπάθεια, σαδισμό και μακιαβελισμό.
«Προσπάθησα να του μιλήσω ως πατέρας. Τον ρώτησα πώς θα ένιωθε αν τα παιδιά του αγνοούνταν. Η απάντησή του ήταν εντελώς ψυχρή: “Γιατί να με νοιάζει τι σκέφτονται οι άλλοι πατεράδες;”», είπε.
Τελικά, ένα αποδεικτικό στοιχείο τοποθέτησε τον Κίμπολ κοντά στο Εθνικό Δάσος Ρουτ το Σαββατοκύριακο της εξαφάνισης της Κέισι. Στην περιοχή είχε βρεθεί ένα ανθρώπινο κρανίο και οι εξετάσεις DNA επιβεβαίωσαν ότι ανήκε στην Κέισι.
Σε μία από τις πιο ανατριχιαστικές αποκαλύψεις της υπόθεσης, έγινε γνωστό ότι ο Κίμπολ είχε πάει τη μητέρα της Κέισι ακριβώς στο σημείο όπου είχε εγκαταλείψει τα λείψανα της κόρης της κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος, λίγες εβδομάδες μετά τη δολοφονία.
«Ήταν κάτι πραγματικά παράξενο», είπε ο ΜακΛέοντ.
Παρά τον πόνο, ένιωσε ανακούφιση όταν βρέθηκαν τα λείψανα της κόρης του.
«Όταν εξαφανίστηκε, το μόνο που ήθελα ήταν να βρω το παιδί μου. Όταν μου είπαν ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ αλλά δεν ήξεραν πού βρισκόταν, κατέρρευσα. Ήξερα ότι δεν θα γυρνούσε ζωντανή, αλλά ήθελα να επιστρέψει σπίτι. Δεν με ένοιαζε αν ήταν μόνο το μικρό της δάχτυλο. Η ιδέα ότι βρισκόταν πεταμένη κάπου μόνη και στο κρύο με βασάνιζε. Όταν βρέθηκαν τα λείψανά της, ένιωσα μεγάλη ανακούφιση», ανέφερε.
Η ανακάλυψη των λειψάνων της οδήγησε τον Κίμπολ σε συμφωνία με τις Αρχές το 2009. Δήλωσε ένοχος για ανθρωποκτονία δευτέρου βαθμού στις υποθέσεις των τεσσάρων θυμάτων, αποφεύγοντας βαρύτερες κατηγορίες με αντάλλαγμα να οδηγήσει τους ερευνητές στα λείψανα των υπολοίπων. Ήδη εξέτιε ποινή 48 ετών για απάτες, μετά την καταδίκη του το 2008.
Τα λείψανα της ΛιΑν Έμρι εντοπίστηκαν στα Book Cliffs της Γιούτα και του θείου Τέρι κοντά στο Βέιλ του Κολοράντο. Όμως, όταν ο Κίμπολ δεν κατάφερε να οδηγήσει τις Αρχές στην Τζένιφερ Μάρκουμ, οι εισαγγελείς επαναδιαπραγματεύτηκαν τη συμφωνία και η ποινή του αυξήθηκε στα 70 χρόνια κάθειρξης.
Το 2020 προστέθηκαν ακόμη τέσσερα χρόνια στην ποινή του για αποτυχημένο σχέδιο απόδρασης το 2017 και σχεδιασμό νέας δολοφονίας. Μέχρι τη συνταξιοδότησή του από το FBI το 2021, ο Γκρούσινγκ συνέχισε να αναζητά την Τζένιφερ.
«Πιθανότατα μίλησα μαζί του περίπου 50 φορές. Μας έστελνε σε αμέτρητα αδιέξοδα φαράγγια. Μας έδινε χάρτες που σχεδίαζε ο ίδιος και ενημέρωνε τους δικηγόρους του για νέα σημεία προς έρευνα, αλλά δεν τη βρήκαμε ποτέ», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Κίμπολ συνέχισε να δίνει διαφορετικές εκδοχές ακόμη και μέσα από τη φυλακή. Σε συνέντευξη στην εκπομπή 20/20 του ABC υποστήριξε ότι ήταν απλώς ένας «μηχανισμός» στις δολοφονίες των τριών γυναικών και ότι υπήρχαν συνεργοί. Παράλληλα, σύμφωνα με τους δικηγόρους του, ισχυρίστηκε ότι είχε σκοτώσει έως και 50 ανθρώπους.
Ο Γκρούσινγκ θεωρεί ότι η ιστορία περί συνεργών είναι ακόμη ένα ψέμα του ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του προσπαθώντας να ελέγχει την αφήγηση των γεγονότων. Ωστόσο, δηλώνει βέβαιος ότι υπάρχουν και άλλα θύματα.
«Μου είπε προσωπικά ότι είχε σκοτώσει 21 ανθρώπους και μου έδωσε έναν γρίφο για να λύσω, προσπαθώντας να με παρασύρει σε μια ακόμη αδιέξοδη έρευνα», ανέφερε.
Η υπόθεση προκάλεσε σοβαρή αμηχανία στο FBI και οδήγησε σε ερωτήματα για το πώς ο Κίμπολ κατάφερε επί χρόνια να εξαπατά και να χειραγωγεί την υπηρεσία. Σύμφωνα με τον Γκρούσινγκ, ακολούθησαν αλλαγές στις διαδικασίες διαχείρισης πληροφοριοδοτών, με αυστηρότερους ελέγχους και υποχρεωτική παρουσία δύο πρακτόρων σε κάθε συνάντηση.
Για τις οικογένειες των θυμάτων, όμως, οι αλλαγές αυτές ήρθαν πολύ αργά. Παρ’ όλα αυτά, ο Ρομπ ΜακΛέοντ δεν θεωρεί ότι το FBI πρέπει να μοιραστεί την ευθύνη για τα εγκλήματα.
«Από τη στιγμή που θα αρχίσω να μοιράζω τις ευθύνες, αν πω ότι το FBI φταίει κατά 30% και κάποιος άλλος κατά 20%, τότε θα καταλήξω να θεωρώ τον Σκοτ μόνο κατά 10% υπεύθυνο», είπε.
«Και αυτό δεν είναι σωστό. Ο Σκοτ είναι 100% υπεύθυνος».





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ