Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

«Ταξίδι στην Αφροδίτη»

2ο Πειραματικό Γενικό Λύκειο Θεσσαλονίκης
e- book με τα Βραβεία του Μαθητικού Διαγωνισμού Δημιουργικής Γραφής Ποίησης – Διηγήματος-Θεατρικού Μονολόγου με Θέμα: «Ταξίδι στην Αφροδίτη»

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ 21 Ιανουαρίου 2017                         ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΕΛΕΤΗΣ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ 23 Μαρτίου 2017

Υπεύθυνοι καθηγητές:
Δρ Τατιάνα Βαφειάδου (Φιλόλογος)
Δρ Νίκος Μελισσίδης (Φιλόλογος)
Δρ Ελένη Μερκενίδου (Φιλόλογος)
  Δρ Αναστασία Μπιτσάνη (Φιλόλογος)


Σε συνεργασία με:
● το Γραφείο Πολιτιστικών Θεμάτων Β΄/θμιας Εκπ/σης Ανατολικής Θεσσαλονίκης
● το ΕΠΕΣ του 2ου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Θεσσαλονίκης
● τον Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του 2ου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Θεσσαλονίκης



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΟΙΗΣΗ
Α’ Βραβείο: Δεν δόθηκε Α΄ Βραβείο Ποίησης
Β’ Βραβείο: Απόστολος Τσικούρας – 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
Γ’ Βραβείο: Μαρία Ελένη Νεοφύτου -1ο ΓΕΛ Βασιλικών, Αλεξάνδρα Καλαμποκίδου -2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
και Αναστασία Μασταλούδη -1ο ΓΕΛ Βασιλικών

ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
Α’ Βραβείο: : Αναστασία Μασταλούδη -1ο ΓΕΛ Βασιλικών
Β’ Βραβείο: Ελένη-Αναστασία Γεωργακάκη-1ο ΓΕΛ Πανοράματος
Γ’ Βραβείο: Σοφία Παντάλη -Αριστοτέλειο Κολλέγιο και
 Παρασκευή Γκουλέτσα - 30ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
ΔΙΗΓΗΜΑ
Α’ Βραβείο: Ιφιγένεια Μορφοπούλου – 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης και Αργυρώ Σαλάκου – 1ο ΓΕΛ Μίκρας
Β’ Βραβείο: Βασιλική Τακαρίδου – 30ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης και Ιωάννα Κιουρτσή - 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
Γ’ Βραβείο: Σοφία Τσιρογιάννη – 3ο ΓΕΛ Καλαμαριάς,
 Καρκαβίτσα Μυρτώ-2Ο ΓΕΛ Θέρμης «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ» και Παπαδοπούλου Αγγελική – 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
Β’ Βραβείο Ποίησης: Τσικούρας Απόστολος – 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης

ΗΛΙΟΣ, ΓΗ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Πηγές γάργαρες απόκρυμνων λόφων
Ταΐζουν σαγήνη τα δάση τα μπλεγμένα.
Τα μάτια μας τυλίχτηκαν,
Το πέπλο της σιγής
Και του δειλού η ασπίδα
Ξεθώριασαν μετώπες

Στη σόλα αποτσίγαρο,
Θυμίζει δάκρυ για το πέρα.
Πώς κράτησε το πάτωμα  αλύγιστο κομμάτι;

Κυκεώνας της καρδιάς
Της κόρης ηλιαχτίδα
Παρθένας πλάσης, αδιάβατης.
Χαϊδεύει τους φράχτες η μοιραία λήθη.

Φόρεμα κεντητό,
Λαβωμένα παράτησε τα δάκτυλα της θεάς σου.
Πρόσχαρο μάταιο φωνάζει από τον πυθμένα,
Χαράσσοντας το δείπνο με καλεί.
Κοιτώ το στόμα για να γευτώ το κάλεσμα,
Τεντώθηκε το χέρι μου το θάνατο ν΄ αγγίξει.
Γιατί να είσαι ‘δω
Με τη θεά να μου βαστά τη φτέρνα;

Και ΄κει, στο μακρινό πλανήτη της
Τα χρώματα λοιδόρησε
Του μαύρου του φορέματος ∙
Αυτά που συ καρπώθηκες,
που μόνη έκλαψε.
Τώρα ηδονικά,
Με γήινη άποψη σε ξέφρενο πλανήτη
Κοιτώ και κείμαι, εσένα και για σε.




Γ’ Βραβείο Ποίησης: ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΜΑΡΙΑ ΕΛΕΝΗ-1ο ΛΥΚΕΙΟ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ

«Της Αναγέννησης μας»

Του κάλλους και του έρωτος η θεία μορφή
έμελλε μοιραία ν’ αναδυθεί
μεσ’ από μιαν απόμερη ακτή ∙
βραχώδη αλλά με ειδυλλιακή σιωπή.
Μεσ’  απ’ της θαλάσσης τα κρυστάλλινα νερά,
Απ’ τα κύματα που έσκαγαν απαλά στην αμμουδιά,
γεννήθηκε μια λάμψη, ένα γλυκό φώς
που δε θα μπορούσε να λέγεται αλλιώς ∙
Αφροδίτη
Θεά της αγάπης στην ψυχή σου θέλω να περιπλανηθώ
Να γνωρίσω κάθε σου ατέλεια και μέσα της ν’ αναστηθώ.
Άλλος άνθρωπος θα γίνω, θ’ αλλάξω, θα μεταμορφωθώ
Μόνο αν εξερευνήσω κάθε κρυφή γωνιά της καρδιάς σου κι έπειτα ας χαθώ στο χάος της ομορφιάς σου.
Κράτησε με λίγο ακόμα στο μύθο της ζωής σου
να ταξιδεύω απ’ την αρχή της ύπαρξης σου
ως το τέλος της δικής σου εποχής
μέχρι το τέλος της δικής μου διαδρομής
ώσπου να ανταλλάξουμε τούτο το πικρό «αντίο»
για να εξαφανιστούμε σαν σκιές και οι δύο…





Γ΄ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ: Καλαμποκίδου Αλεξάνδρα – 2ο Πειραματικό Λύκειο Θεσσαλονίκης

Ταξίδι στην Αφροδίτη
Από πάντα είχα μια παράξενη ιδέα για την Αφροδίτη.
Ίσως να μην ήταν παρά ένας ακόμη πλανήτης,
Ένας από τους τόσους,
Μπλεγμένος ανάμεσα σε κάμποσα αστέρια
-αστέρια τα οποία,
Κάθε που έφευγε ο ήλιος,
Έπρεπε να ελέγχω αν αυτά ήταν ακόμα εκεί.
Μα μέσα στου σύμπαντος τον χαμό αυτόν, η Αφροδίτη για μένα ξεχώριζε,
Αυτή είχε το πιο ιδιαίτερο όνομα,
Αυτής το όνομα ξεχώριζε,
Κι έτσι με τίποτ ΄ άλλο ουράνιο δεν έμοιαζε.
Όνομα άμεσα συνδεδεμένο με την όμορφη θεά,
«θεά Αφροδίτη,
Θεά του έρωτα,
Θεά της ομορφιάς»
Θεά που έκανε τον πλανήτη
Να φαντάζει –σχεδόν-μαγικός.

Μια παιδική ιδέα για την αγάπη,
Μια παιδική ιδέα για τα ωραία.

Και πέρασαν, βέβαια, τα χρόνια,
Πάντα περνούν,
Μα ο χρόνος,
Αγαπητή μου,
Έχει μια ιδιότητα παράξενη:
Καταφέρνει,
Βλέπεις,
Να κοιμήσει τις σκέψεις και τα όνειρά μας,
μα ποτέ να τα σκοτώσει
-όσο σκληρά κι αν προσπαθεί.

Και δεν ήταν, λοιπόν,
Παρά χρόνια αργότερα,
Που κοίταξα τελικά μέσα στα μάτια σου
Κι είδα πως έκρυβες εκεί
Την Αφροδίτη μου.
Κι ένιωσα τότε
-επιτέλους!-
Να ταξιδεύω
Σ΄ ένα μέρος
Που δεν υπήρχε πουθενά
Παρά στο μυαλό ενός μικρού παιδιού,
Ενός μικρού που νόμιζα ότι σκοτώθηκε εδώ και πολύ καιρό,
Μα να που τελικά ζούσε,
Γιατί ο χρόνος τίποτε δε σκοτώνει πραγματικά
-Όσο σκληρά κι αν προσπαθεί.



Γ’ Βραβείο Ποίησης: ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΑΣΤΑΛΟΥΔΗ -1ο ΓΕΛ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ

«Ταξίδι στην Αφροδίτη»

Λίγο φως έριξε σήμερα ο ήλιος στο φυλλοκάρδι μας
Λίγη αγάπη έφυγε σήμερα από το ακρογιάλι μας

Οι άνθρωποι πλέον γελάνε με τα χάλια τους
Δεν ξέρει κανείς τι θα πει το «Σ’ Αγαπώ»

Μα σαν να σε ήξερα από αιώνες μακρινούς
Σκίρτησε η καρδιά μου

Σαν από κάποιο ταξίδι μου στην Αίγυπτο
Ή στην χώρα των Βαρβάρων

Σε είσαι πάλι κάμποσες φορές
Να τριγυρνάς στην Σμύρνη και στον Πόντο

Σε χρόνους δύσκολους
Σε χρόνους κενούς από συναισθήματα

Μα χρόνια μετά την αυτοκαταστροφή μας
Σε βρίσκω πάλι, όμορφο σαν πρώτα

Να περπατάς σε μια πόλη ασήμαντη για σένα
Να δείχνεις χαμένος, λες και δε ήξερες που ήσουν

Έπεφτε πάνω σου το φώς του ήλιου
Σε έκανε να μοιάζεις με Θεό του Ολύμπου

Σαν τον Άρη πολεμούσες τα θηρία
Τα θηρία που είχες πλάσει ο ίδιος

Και εγώ σαν την Αφροδίτη
Ψηλή σαν το δέντρο και λεπτή σαν το κλαρί

Περίμενα να έρθεις για αιώνες
Μα ποτέ σου δεν ερχόσουν

Έμοιαζες λυπημένος
Σαν ένας πόλεμος εκτός συνόρων να λάμβανε χώρα μπροστά σου

Και σε κοίταξα στα μάτια
Και με κοίταξες στην ψυχή

Μα έφυγα πάλι από εκεί
Τρέχοντας πήγα σε άλλη γη






ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

 Α’ Βραβείο: Μασταλούδη Αναστασία-1ο ΓΕΛ Βασιλικών

Ταξίδι στην Αφροδίτη

Νεφέλη : Και δεν μου λες, δεν θα ήτανε ωραίο να πηγαίναμε και εμείς ένα μακρινό ταξίδι; Δεν ξέρω πού. Μα πάντα ήθελα να κάνω και εγώ ένα μακρινό ταξίδι. Θέλω πολύ να γνωρίσω τον κόσμο. Είναι όμορφος ο κόσμος. Από μικρή θυμάμαι έβλεπα πολλές φωτογραφίες από τα ταξίδια του θείου μου. «Θεέ μου» έλεγα, «σε πόσα μέρη έχει πάει!» Και σε παρακαλώ, μην πεις πως το κάνω για να ξεφύγω από κάτι ή από κάποιον. Μη με κοιτάς έτσι, σε παρακαλώ! Θέλω να .. Θέλω να γνωρίσω τον κόσμο, να πάω κάπου μακριά. Μα ίσως θέλω να ξεφύγω και λίγο από τον εαυτό μου. Να βρεθώ κάπου που να μην σκέφτομαι τίποτα και κανέναν, ούτε καν εσένα. Μην θυμώνεις, σε παρακαλώ! Αχ, πόσες φορές έχω πει «σε παρακαλώ» μόνο μέσα σε πέντε λεπτά! Γι’ αυτό θέλω να φύγω. Δεν με αντέχω πια! Δεν αντέχω αυτή τη ζωή, αυτή τη μισάνθρωπη  κοινωνία των κανίβαλων που το μόνο που το μόνο που θέλουν είναι οι σάρκες των ανθρώπων. Δε με χωράει αυτή η γη, αυτός ο πλανήτης και ενώ παλεύω να βγάλω τα καρφιά, αυτός καρφώνει περισσότερα. Το ξέρεις. Δεν γίνεται να μην το ξέρεις. Με βλέπεις πως είμαι τον τελευταίο καιρό. Οι σκέψεις μου ξεπηδάν από το στόμα πριν να προλάβω να τις επεξεργαστώ και  μετά παρακαλάω για μια τιποτένια συγχώρεση. Δεν θέλω να πάω σε κάποια άλλη χώρα, ούτε σε άλλη πόλη. Θέλω να πάω πιο μακριά, να αγγίξω τα άστρα. Ξέρεις πόσο πολύ λατρεύω τα άστρα! Πόσο μικρή και ασήμαντη αλλά ταυτόχρονα σημαντική με κάνουν να νιώθω μπροστά στο μεγαλείο τους. Θέλω λοιπόν και εγώ να κάνω αυτό το πολυπόθητο «ταξίδι στα Κύθηρα», μα το δικό μου ταξίδι θα είναι στην Αφροδίτη! Γιατί στην Αφροδίτη, θα με ρωτήσεις. Γιατί όλοι οι άλλοι πλανήτες λίγο πολύ έχουν εξερευνηθεί, έχουν «κατακτηθεί». Ενώ η Αφροδίτη δεσπόζει με μεγαλείο και χάρη, χωρίς κανένα ζωντανό ον να την έχει ακουμπήσει. Είναι όμορφη, είναι μοναχική, λυπημένη, κανείς δεν έχει μπορέσει να την ημερέψει. Ίσως τελικά να κάνω αυτό το ταξίδι στην Αφροδίτη.
 Κάπως θα μπορέσουμε να ημερέψουμε η μία την άλλη.

Β’ Βραβείο: Ελένη-Αναστασία Γεωργακάκη - 1ο ΓΕΛ Πανοράματος

Μονόπρακτο
«ΑΛΗΘΕΙΑ»
   Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως θ’ άγγιζα φλόγα και δε θα καιγόμουν. Ήταν μια μικρή φλόγα, χωρούσε μέσα στη χούφτα μου, αλλά πολύ κόκκινη. Όχι, όχι, δεν ήταν πορτοκαλί όπως την ξέρετε εσείς, ούτε κίτρινη. Ήταν κόκκινη, αλήθεια.
   Πιο κόκκινη από ένα μπουκέτο ώριμων φρυδιών, πιο κόκκινη από τον παλαιότερο ερυθρό οίνο, πιο κόκκινη από  το πιο κόκκινο κραγιόν της Chanel.
   Και δεν κάηκα, θα με περνάτε για τρελή βέβαια, το γνωρίζω. Αλλά, αυτό που σας διαφεύγει είναι ότι δεν ήμουν εδώ, αλήθεια.
   Σε αυτόν τον πλανήτη υπάρχουν κάποιοι απαραβίαστοι νόμοι, όπως ότι αν αγγίξεις φωτιά αυτομάτως καίγεσαι, και πως η φωτιά δε θα μπορούσε ποτέ να είναι πιο κόκκινη από τις καρδιές μας.
   Όμως, στον πλανήτη Αφροδίτη γίνεται.
   Ναι, πήγα αλήθεια.
   Ναι, υπάρχει φωτιά στην Αφροδίτη, αλήθεια.
   Και δεν φαντάζεστε πόσα ακόμη.
   Αλλά δε θα μάθετε ποτέ δυστυχώς, γιατί μόνο εγώ μπορώ να πάω εκεί.
   Ωστόσο, θα σας πω.
Στην Αφροδίτη είδα κάτι χρώματα που εδώ δεν υπάρχουν, οπότε λυπάμαι, αλλά αδυνατώ να σας τα ονομάσω.
   Φανταστείτε κάτι πιο λαμπερό από το ασημί και πιο κρυστάλλινο από αυτό εδώ το βάζο.
   Επίσης, είχε κάτι ήχους. Ααααχ, οι ήχοι!
Σε μια άγνωστη για το γήινο αυτί συχνότητα, αλλά αν πας στην Αφροδίτη μπορείς και το ακούς, αλήθεια.
   Ή ίσως μόνο εγώ μπορώ πάλι.
Κάποια στιγμή μου έγνεψε ένα μικρόσωμο λευκό πλάσμα με μεγάλα γκριζωπά σαν  τη Σελήνη μάτια.
   Όταν το άγγιξα όμως κόπηκα.
Μην αγγίζετε ποτέ εξωγήινα πλάσματα γιατί μετά θα αιμορραγείτε και στην Αφροδίτη δεν έχει επιδέσμους.
   Αλλά το να αιμορραγείς εκεί πέρα μοιάζει  αλλιώς.
Το αίμα σου σαν χυθεί παίρνει τη μορφή μιας αστερένιας σκόνης με άρωμα καμένης ζάχαρης και βανίλιας, αλήθεια.
   Εντάξει, ίσως υπερέβαλα.
   Το αίμα παντού είναι αίμα. Κι μυρίζει σίδηρο.
   Και ένα μικρόσωμο πλάσμα ποτέ και πουθενά δε μπορεί να έχει μάτια στο μέγεθος ενός πλανήτη.
   Επίσης, αυτό για τη φωτιά ήταν ένα αστείο.
Ήθελα να γελάσετε μόνον, αλήθεια.
   Δε μ ’αρέσει να λέω ψέματα.
   Εγώ είμαι ειλικρινής.
   Γι’ αυτό οφείλω να σας ομολογήσω κάτι.
   Δεν έχω πάει ποτέ στην Αφροδίτη.
Για την ακρίβεια δεν έχω πάει πουθενά εκτός του δωματίου μου το τελευταίο χρόνο.
   Αλλά αλήθεια, κάθε φορά που καταπίνω το πικρό μου χάπι, νομίζω ότι είμαι εκεί.
   Ίσως πρέπει κι εσείς να το γευτείτε.
   Είναι ωραία εκεί, αλήθεια.



Γ’ Βραβείο: ΣΟΦΙΑ ΠΑΝΤΑΛΗ -ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ
«Ταξίδι στην Αφροδίτη»
Μονόλογος
(Χαμηλωμένα φώτα. Χρώμα μαύρο το σκηνικό. Ένα τραπέζι στη μέση με ένα μυρωδάτο κόκκινο τριαντάφυλλο σε ένα βάζο. Μπαίνει μέσα ο Κωστής )
(«Κράκ» η πόρτα )

-Αχ… (αναστενάζει). Αφροδίτη.. (κατσουφιάζει) έπρεπε να σε είχα σταματήσει. Όμως εκείνη τη στιγμή αδυνατούσα. Είχα θαμπώσει. Ο χρόνος είχε σταματήσει. Τα πάντα ήταν ακίνητα. Σαν όνειρο ξεπρόβαλες και μ’ έφτιαξες τη μέρα. Έμεινα στήλη άλατος. Σαν άγαλμα κοιτούσα τα λαμπερά ζεστά μάτια μάτια σου, που αγάπη πλημμύριζαν. Χάζευα το καλοκαιρινό αέρινο αυτό φουστανάκι που δειλά έκρυβαν τα κάλλη σου. Χαμόγελο πιο λαμπερό και όμορφο δεν έχω ξαναδεί. Τα δε σκουλαρίκια έπρεπε να δείτε πως στόλιζαν αυτό το λαμπερό πρόσωπο.
          Εκείνη ούτε σημασία δε μου έδωσε. Έκατσε προσεκτικά, αλλά με έναν αέρα σιγουριάς, στο απέναντι τραπέζι του εστιατορίου του πλοίου. Έπαιζε το τραγούδι από την ταινία «Singin’ in the rain» από την σκηνή που χορεύει ο ηθοποιός στη βροχή, ξέρετε (κουνάει το χέρι επιδεικτικά).
           Ήμουν έτοιμος να της ζητώ ευγενικά να χορέψει μαζί μου, όπως χόρευε η καρδιά μου στους ρυθμούς του τραγουδιού. Δυστυχώς όμως έφυγε. Έτσι ξαφνικά. Θα μου πείτε αφού έφυγε «πως γνωρίζεις ότι την λένε Αφροδίτη;» Το έμαθα. Άκουσα το σερβιτόρο που την αποκάλεσε με αυτό το θεσπέσιο όνομα λίγο πριν φύγει. Πάει καιρός όμως από εκείνον τον Αύγουστο. Δε τη συνάντησα ξανά. Στην αρχή είχα ελπίδες, οι οποίες αργοσβήνουν σιγά σιγά.
           Ώσπου έγινε το θαύμα. Βλέπετε είμαι πολύ μοναχικός άνθρωπος και προτιμώ τους τέσσερις τοίχους. Έτοιμος ήμουν να αρνηθώ κατηγορηματικά τη σημερινή έξοδο με μία φιλική παρέα συμμαθητών μου. Πάλι καλά που δεν το έκανα. Φαντάζεστε να ήταν η μοναδική μου ευκαιρία; (Ξανασηκώνεται). Όμως πάλι καλά δεν τόλμησα.
          Ήμασταν στο ιδανικό μέρος. Το είχα σκηνοθετήσει έτσι όπως γίνεται στους κινηματογράφους. Βλέπετε έχω και αυτό το ψώνιο.. Τέλος πάντων. Είχα φανταστεί, που λέτε, να βρισκόμασταν στην Πλάκα. Κάτω από την Ακρόπολη. Την πιο ρομαντική γωνιά της πόλης. Ανάμεσα στα σοκάκια τυχαία συναντιόμαστε, έτσι κι όπως έγινε. Εγώ σε μια ταβέρνα και εσύ με τη ζωντάνια σου να περιπλανιέσαι στα μαγαζιά. Μόλις θα σε έβλεπα, θα σε ξαναερωτευόμουν. Όπως κι έγινε.. Θα της έλεγα με τα μάτια και μόνο πόσο πολύ καίγομαι για εκείνη. Πόσο πολύ με τρώει το σαράκι εκείνο που δε πρόλαβα να της μιλήσω τότε. Θα σου έδινα τότε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο σαν αυτό εδώ(και παίρνει το τριαντάφυλλο), θα στο προσέφερα με όλα μου τα συναισθήματα εγκλωβισμένα στα πέταλα του. Βέβαια «πού θα το έβρισκα;» είστε έτοιμοι μερικοί να ρωτήσετε. Θα πήγαινα σε ένα ανθοπωλείο. Ίσως να μην ήτανε τριαντάφυλλο, αλλά ένα ταπεινό αγριολούλουδο που θα έσκυβα να κόψω προς τιμή της. Θα της έλεγα ολόψυχα «Αυτά είναι για σένα που κατάφερες άθελα να μου δώσεις χαρά. Με αυτό το χαμόγελό και με αυτά τα μάτια μου έδωσες ξανά την ελπίδα πως υπάρχει ακόμα αυτό που λέγεται ευτυχία μέσα στον γκρίζο αυτό τόπο». Αλλά τίποτα. Φοβήθηκα. Ντρεπόμουν βλέπετε γιατί δεν ήμουν μόνος αλλά με παρέα. Τι θα έλεγαν οι άλλοι; Πώς θα αντιδρούσαν; Το μόνο σίγουρο ότι θα γελούσαν εις βάρος μου. Τρομοκρατήθηκα..
         
        Ο φόβος να εκφράσω τα συναισθήματα μου κυρίευσε. Μπορεί να έκανα και πιο τρελά πράγματα, δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι πως οι ερωτευμένοι λειτουργούν, συμπεριφέρονται τρελά. Κι εγώ είμαι ένας από αυτούς τους τρελούς. Δεν είναι λίγες οι φορές που ταξίδεψα, σκεπτόμενος τα μαγικά της μάτια, αυτή τη ψυχή. Ήθελα να καταφέρω να κάνω αυτά τα ταξίδια που πάντα επιθυμούσα πάνω στο καλλίγραμμο κορμί της. Τις περιπέτειες που θα συναντούσα μέσω των ταξιδιών προς το δρόμο της ψυχής της. Μπορεί να ακούγονται παρανοϊκά όλα αυτά αλλά για εμένα είναι η δικιά μου θέα της ομορφιάς. Συνονόματη και σε τίποτα κατώτερη από αυτή.
          Όνειρο μου ήταν να γνωρίσω από παιδί τη γυναίκα της ζωής μου. Το οποίο δεν έγινε. Αυτή είναι. Καμία άλλη. Αν στο μέλλον τη ξανασυναντήσω, που θα γίνει θα το δείτε, πλέον η ζωή μου δε θα είναι απλώς η ζωή του Κωστή, όχι. Θα είναι το ταξίδι στην Αφροδίτη. Η εξερεύνηση κάθε πόντου του σώματος της, κάθε πτυχή της ζωής της, οποιαδήποτε μορφής συναισθήματος της δημιουργείται , του ό,τι σκέπτεται. Αυτό θα είναι.
           Μπορεί να σκέφτεστε και να λέτε «Τι λέει αυτός;» και «Μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του έχει» ή «Σιγά που κι ο ανάπηρος θέλει κοπέλα». Το ξέρω. Έχω γνώση αυτού. Το έχω υπ’ όψιν ότι δεν μπορώ να περπατήσω. Ααα, θα μου πείτε επίσης «;Άντε και τα έκανες, αυτή θα γυρίσει να κοιτάξει έναν καθηλωμένο;» Ακόμα και να δεν γυρίσει να με κοιτάξει, όταν την ξαναδώ θα της πω πως υπήρξε η αιτία που εκείνη τη μέρα θα περπατώ.
           Φαίνεται πως δε σας τα έχω πει όλα.. Πριν δυο χρόνια εκείνο το καλοκαίρι, ταξίδευα με το ίδιο πλοίο που ταξίδευε για να συναντήσω ένα γιατρό με τον οποίο συζητούσαμε για μια επέμβαση με την οποία θα σηκωθώ από αυτό το καροτσάκι, μετά από 25 χρόνια, η οποία φαινόταν ότι θα αποτύχει. Όταν έφτασα και έχοντας προηγουμένως γνωρίσει  το άλλο μου μισό, κανόνισα αυτή την επέμβαση καταβεβλημένος από την αισιοδοξία των ματιών της. Έτσι λοιπόν κι έγινε. Όμως εγώ είχα χάσει τις ελπίδες, όπως και αυτή. Το ανέλαβα το χειρουργείο δύο φορές. Το κακό είναι πως αύριο είναι προγραμματισμένη η εγχείριση. Μπορεί να μην τα καταφέρω. Μπορεί πάλι και να μπορέσω και ίσως μπορέσω να την ξαναδώ. Μόνο εκείνος ξέρει. Σε ευχαριστώ που μου χάρισες για μια ακόμα φορά την εκθαμβωτική παρουσία της. Καληνύχτα…!
 (σβήνουν τα φώτα και οι προβολείς εντελώς)


Γ΄ ΒΡΑΒΕΙΟ: ΓΚΟΥΛΕΤΣΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ- 30ο ΓΕΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

«Ταξίδι στην Αφροδίτη»
Η αναζήτηση του εσωτερικού κόσμου με σκοπό την εύρεση της αληθινής ομορφιάς
Πρόσωπο που εμφανίζεται στη σκηνή: Αναστασία (μαθήτρια Λυκείου με μια μέτρια εξωτερική εμφάνιση)

Αναστασία: (ανεβαίνει στη μέση της σκηνής, είναι θλιμμένη και κοιτάζει κάτω, προσπαθώντας να κρύψει το πρόσωπο της). Τι έγινε, θα αναρωτιούνται μερικοί, που σε κορόιδεψαν πάλι; Τι κι αν ξανασχολίασαν την εμφάνιση σου, το πρόσωπο σου; Τι κι αν για άλλη μια φορά η εξωτερική σου εμφάνιση σε εμπόδισε από το να κάνεις νέες γνωριμίες, σε αυτόν τον νέο χώρο, στο καινούριο σου σχολείο; Συνηθισμένα τα χιόνια στα βουνά! Δεν είμαι όμορφη, όχι σε καμία περίπτωση…Φοράω και γυαλιά και σιδεράκια…τα σίδερα της «φυλακής» μου… Δεν έχω καμία ελπίδα να άνω νέες γνωριμίες, να αποκτήσω φίλους. Έπρεπε να το είχα καταλάβει, ποτέ δεν θα είμαι ωραία και όμορφη για τους άλλους… Δεν είμαι δα καμιά θεά και το γνωρίζω αυτό…Απλά…Απλά… Δεν ζήτησα να με θεωρούν την προσωποποίηση της θεάς Αφροδίτης! Δεν θέλω να έχω εκατοντάδες θαυμαστές που θα τρελαίνονται καθώς με βλέπουν! Δεν θέλω και δεν μπορώ να είμαι σαν τις άλλες κοπέλες. Τελικά όμως είμαι καταδικασμένη λόγω της εμφάνισης μου να μείνω για πάντα ένα φρικιό…
Αυτό ήταν…Τελείωσαν όλα…Τόσες φορές προσπάθησα να ενταχθώ σε κάποια παρέα και αυτό είναι κάτι το ακατόρθωτο γιατί μόλις με βλέπουν, πριν καν με γνωρίσουν καλά- καλά φεύγουν. Όντως στην πράξη αυτό που πραγματικά μετράει είναι η εξωτερική εμφάνιση και στην δική μου περίπτωση μιλάμε για αηδία, απέχθεια… Δεν φταίω εγώ σε αυτό… Έτσι γεννήθηκα… Μακάρι να μην γεννιόμουν ποτέ , δεν θα τυραννιόμουν έτσι τόσα χρόνια! Γιατί να είναι τόσο άδικη η ζωή; (γονατίζει στην μέση της σκηνής). Γιατί να μην έχω τίποτα, ούτε μια σταλιά ομορφιάς επάνω μου; Για ποιόν λόγο να ζω αν οι πιθανότητες να αναπτύξω στενούς δεσμούς φιλίας, είτε αγάπης με κάποιον είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες; Προτιμότερο είναι να πεθάνεις! Ας πεθάνω και ας πάψω να βασανίζομαι έτσι και το κυριότερο να βασανίζω τους άλλους που είναι αναγκασμένοι να ζουν με την παρουσία μου! Είμαι σίγουρη πως ούτε αν οι γονείς μου δεν θα ήθελαν τέτοιο παιδί, μήτε τα αδέλφια μου άσχημη αδελφή κι ας λένε ότι είμαι όμορφη για να με καθησυχάσουν… ποτέ δεν πρόκειται να φτάσω στην αληθινή ομορφιά… αυτό το ταξίδι είναι απαγορευμένο για εμένα. Αυτή η διαδρομή προς την πραγματική, αγνή ομορφιά δεν θα ολοκληρωθεί. Δεν θα φτάσω στην Αφροδίτη όπως θα έλεγε κανείς… στο κάλος της… είσαι καλή κοπέλα Αναστασία άριστη, και στο σχολείο μα δεν αρκεί αυτό… Τι να τα κάνουν οι άλλοι τα πτυχία, τους καλούς τρόπους, την εμπιστοσύνη και την ευγένεια που τους δείχνεις; Αν φτάσεις δηλαδή ποτέ σε σημείο να τους γνωρίσεις καλά, να τους πλησιάσεις. Ή μήπως είχε δίκιο η φιλόλογος όταν τα έλεγε; Όχι... αυτό αποκτιέται… Τα έχω ξανασκεφτεί άλλωστε… Πρώ5τα η εξωτερική εμφάνιση κάποιου και μετά, δευτερεύον ρόλο παίζει ο εσωτερικός σου κόσμος… Που ακούστηκε ότι την ερωτεύτηκε κάποιος για την ευγένεια και τα τέσσερα πτυχία ξένων γλωσσών που έχει; Πουθενά! Μα τότε πως την αγάπησε και έμεινε μαζί της ως τα ογδόντα του;… Το θέμα είναι απλό… Συνέχισε να είναι όμορφη…Γιατί; Όλοι οι γέροι άσχημοι είναι; Όλοι οι ηλικιωμένοι ίδιοι είναι; Θα έχουν κι αυτοί το ωραίο πάνω τους… Θα έχουν και εκείνοι τον τρόπο τους να κρατούν κοντά τους, τους αγαπημένους τους φίλους ή συζύγους… Μολονότι δεν έχω την ίδια ηλικία μαζί τους μπορεί αν το βρω, έστω αν πάρω κάτι για αυτό το μυστικό κάλλος τους να μπορέσω να το αξιοποιήσω. Ίσως να καταφέρω με κάποιον τρόπο να ξεκλειδώσω με αυτό το κλειδί την τελευταία πορεία της δύσκολης αυτής διαδρομής μου προς την ομορφιά μου, το κάλλος που θα βγει από μέσα μου κάνοντας με να λάμψω επιτέλους για μια φορά στην ζωή μου σαν το άστρο της Αφροδίτης. Όπως, όμως και ο πλανήτης, έτσι και ο προορισμός μου αποτελεί αναμφίβολα κάτι μακρινό… Μα είναι η τελευταία μου ευκαιρία. Μόνο αυτό μου έμεινε. Είμαι αποφασισμένη, θα τα καταφέρω. Θα χρησιμοποιήσω όλη την δύναμη από μέσα μου, θα ψάξω…Θα σκαλίσω ότι έχω μέσα στο μυαλό μου… Κάπου εκεί θα βρίσκεται η απάντηση. Κάπου εκεί… Πού αλλού να είναι άλλωστε;  Που είναι αυτό το κάτι που θα με κάνει να πάψω να είμαι άσχημη και να δημιουργώ την αποστροφή και το συναίσθημα της αηδίας στους άλλους; Κι αν είναι όντως ο εσωτερικός μου κόσμος; Οι ικανότητες μου; Και ο χαρακτήρας μου… Είναι αδιανόητο να πω πως είμαι τέλεια και αυτός, αλλά τίποτα σε αυτή τη ζωή δεν είναι… Ειδικά εγώ…με τόσες ατέλειες… Ουφ!...Φτάνει πια… Είδα πως οφείλω πρώτα στον εαυτό μου να προχωρήσω μπροστά (σηκώνεται και κάνει αποφασιστικά ένα βήμα μπροστά). Πώς όμως; Ο χαρακτήρας μου, η εξυπνάδα, η ευστροφία, η εχεμύθεια, η ευαισθησία που πολλές φορές δείχνω, είναι το μόνο που απέμεινε. Επομένως, είναι δυνατόν αυτό μόνο να με οδηγήσει εκεί που θέλω να πάω. Αυτό θα είναι το μέσο μου; Εάν εκείνα συνδυαζόμενα όλα μαζί, φτιάχνοντας εμένα δηλαδή, αποτελούν αυτό που τόσο καιρό ψάχνω; Εξετάζοντας παν ενδεχόμενο, μόνο έτσι θα φτάσω στο σωστό… Υπάρχει λοιπόν, το εσωτερικό κάλλος; Αυτό είναι πραγματικά που μετράει ή μήπως όχι; Οδεύοντας πάντοτε στο δρόμο  της λογικής, καταλαβαίνω πως αν μια γυναίκα είναι ευειδής, αλλά γεμάτη φθόνο, αλαζονεία και ούτε ίχνος εμπιστοσύνης προκαλεί αν και όχι αμέσως, με τη πρώτη ματιά, την απέχθεια των άλλων. Εγώ προσωπικά δεν θα προτιμούσα για φίλη μου κάποια που όντας πανέμορφη κρύβει βαθιά μέσα της ένα τέρας. Επομένως, αυτό είναι το μυστικό… Ο καλός χαρακτήρας! Δεν αντιλέγω, η ομορφιά σε μαγνητίζει μα αυτό που σε κρατά δίπλα σε κάποιον είναι ο χαρακτήρας του και η συμπεριφορά του. Μα αν κάποιος, σαν εμένα δεν είναι όμορφος; Τι πρέπει να κάνω για να κερδίσω τους ανθρώπους γύρω μου; Να σπάσω μια για πάντα αυτά τα δεσμά της μοναξιάς μου χωρίς να αλλοτριωθώ ο πραγματικός μου εαυτός… Με ποιον τρόπο να τελειώσει άραγε αυτή η διαδρομή; Θα προσπαθήσω ξανά να πλησιάσω τους άλλους, αρκεί όμως και εκείνοι να προσπαθήσουν, έστω λίγο, για μια φορά, να με καταλάβουν. Σε περίπτωση που δεν τα καταφέρουν, αφού τους βοηθήσω βέβαια και εγώ, ας τα παρατήσουν. Όλο και ένας άνθρωπος κάπου, σε κάποιο μέρος της Γης αυτής θα συμμεριστεί τις απόψεις μου πραγματικά, θα με καταλάβει. Θα δείξει στην πράξη ποιο είναι το σωστό. Έπειτα, μπορεί και άλλοι να παραδειγματίσουν και να δώσουν σημασία κυρίως στην εσωτερική ομορφιά κάποιου. Γιατί με αυτή θα μπορέσει κανείς να κρίνει σωστά τον συνάνθρωπο του. Επειδή στάθηκε άτυχος δεν σημαίνει ότι πρέπει να τελειώσει εδώ η ζωή του. Επειδή, τον χλεύασαν και γέλασαν με την εξωτερική του εμφάνιση, είναι λάθος να βάλει φρένο στην ζωή του Καλό είναι όλοι μας να καθίσουμε και να ψάξουμε λίγο παραπάνω, πιο βαθιά. Ας αφήσουμε για μια στιγμή το «φαίνεσθαι» κι ας ερευνήσουμε το «είναι» μας ή κάποιου άλλου πριν του ασκήσουμε κρητική ως προς την εμφάνιση του, το σώμα του ή οτιδήποτε άλλο δίχως να έχουμε σκεφτεί λιγάκι. Γενικά, ο,τι κι αν κάνουμε στην ζωή μας, πρώτα να το έχουμε ψάξει καλά. Διότι, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Αν γνωρίσουμε τον διπλανό μας θα αλλάξει πιθανών η άποψη που σχηματίσαμε για εκείνον, από την εξωτερική του εμφάνιση. Είναι αρκετά δύσκολο μερικές φορές. Ορισμένα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, αυτό πρέπει να θυμόμαστε. Όλα τελικά για κάποιον λόγο συμβαίνουν… Όλα αυτά τα επανειλημμένα περιστατικά ρατσισμού που βίωσα με οδήγησαν στο ωραιότερο ταξίδι που έχω κάνει, το πιο ωφέλιμο από όλα. Το πνευματικό ταξίδι μου προς την Αφροδίτη μου. Και τα κατάφερα! Σημασία τελικά στην ζωή μας έχει να κοιτάξουμε με μια διαφορετική ματιά τα γεγονότα που συμβαίνουν. Να ψάξουμε το ωραίο μέσα σε κάτι θλιβερό,  το θετικό που θα υπάρχει σε κάτι αρνητικό. Σίγουρα θα υπάρχει! Εγώ το βρήκα και από εδώ και στο εξής θα προσπαθήσω να βελτιωθώ και όλα θα πάνε προς το καλύτερο. Η πραγματική ομορφιά είναι αυτή που υπάρχει μέσα μας! Αυτό είναι φρονιμότερο να αναδεικνύουμε, προσπαθώντας πρώτα απ’ όλα να είμαστε καλοί άνθρωποι. Κάποια στιγμή αυτό θα βγει προς τα έξω, θα αναδειχθεί με αυτόν τον τρόπο εκείνο που κρύβουμε. Εγώ το πιστεύω αυτό. Ζω για την στιγμή που θα επιτευχθεί ο σκοπός τόσων ετών. Θα αποκτήσω νέες γνωριμίες και η ζωή μου θα αλλάξει προς το καλύτερο, αρκεί να θυμάμαι ότι όλοι μέσα μας κρύβουμε αυτή την  Αφροδίτη, ο καθένας έχει την δική του, το ζητούμενο όμως είναι να ψάξει παραπέρα, κάνοντας αυτή τη διαδρομή και βρίσκοντας την! Καλό μας ταξίδι λοιπόν!






A΄ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ: ΜΟΡΦΟΠΟΥΛΟΥ  ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ – 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
  Θυμάμαι σαν χθες την πρώτη φορά που ο παππούς μου είπε <<Σήμερα θα πάμε στην Αφροδίτη>>. Θυμάμαι να τον κοιτώ με απορία, όμως κάτι μέσα μου να με αποτρέπει από το να τον ρωτήσω <<Αλήθεια, ποια είναι η Αφροδίτη;>> Η σκέψη αυτή μου φαίνεται ποια αστεία….
   Κάθε φορά που ο παππούς έσκυβε, με κοιτούσε στα μάτια και μου έλεγε <<Σήμερα θα πάμε στην Αφροδίτη>> ένα χαμόγελο ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό του. Μαζί με αυτό και το δικό μου. ΄Ηταν αδύνατο να κρυφτεί ο παιδικός μου ενθουσιασμός. Ξεχείλιζε από το χαμόγελο μου, το γέλιο μου και το γεμάτο ενέργεια σώμα μου. Η χαρά που ένιωθα όταν άκουγα αυτές τις λέξεις να αφήνουν το στόμα του παππού και να φτάνουν στα αυτιά μου, με μετέτρεπε σε ένα ενθουσιασμένο κοριτσάκι που στριφογυρίζει τόσο απαλά όσο ένα φτερό πριν ακουμπήσει το έδαφος. Απαλά μεν, αλλά γρήγορα και παιχνιδιάρικα. Παιδικά.
   Η διαδρομή για να πάμε στην Αφροδίτη ήταν γεμάτη εκπλήξεις. Παρατηρούσα κάτι καινούριο κάθε φορά. Αρχικά βγαίναμε στην αυλή μας και περνούσαμε το πέτρινο πεζούλι που περιφρουρούσε το σπίτι μας. Εκεί ξεκινούσε ένα μεγάλο και βαθύ δάσος. Τα δέντρα του ψηλά, όλα περίπου του ίδιου ύψους, και σκούρα πράσινα. Το χρώμα τους αυτό έκανε το δάσος να μοιάζει σκοτεινό ακόμη και τις μέρες που είχε ήλιο. Ο παππούς έπαιρνε το χέρι μου και το κρατούσε σφιχτά χαμογελώντας. Δεν έχω αναμνήσεις από αυτό το δάσος. Το μόνο που θυμάμαι είναι να κοιτώ επάνω και να βλέπω ένα πράσινο ουρανό να στηρίζεται πάνω σε ψιλόλιγνους κορμούς δέντρων. Μέσα στο δάσος ο παππούς συναντούσε, κάποιον κάθε φορά διαφορετικό άτομο, και του ψιθύριζε κάτι στο αυτί. Τότε ο άνθρωπος με κοιτούσε και έγνευε στον παππού. Ο παππούς μου χαμογελούσε και συνεχίζαμε. Βρίσκαμε το άνοιγμα, ένα ρυάκι, στο οποίο κατέληγε το δάσος. Εκείνο το σημείο ήταν το αγαπημένο μου. Θυμάμαι τον παππού να είναι πάντα ανέκφραστος και σοβαρός όταν μου έλεγε <<Πρόσεξε, μην ακουμπήσεις το νερό>>. Κάτι μου έλεγε πως δεν ήταν μια απλή προειδοποίηση για να μην χτυπήσω. Αλλά δεν ρώτησα ποτέ. Τον εμπιστευόμουν πολύ. Αφού περνούσαμε προσεκτικά το ρυάκι βαδίζαμε σε ένα μεγάλο χωματόδρομο που χωριζόταν σε τέσσερα μονοπάτια. Εκεί ο παππούς μου έλεγε να διαλέξω ένα και πάντα ακολουθούσαμε εκείνο. Παρόλο που διάλεγα διαφορετικό μονοπάτι κάθε φορά, πάντα φτάναμε σε μια πεδιάδα από στάχυα. Φαινόταν απέραντη τουλάχιστον στους ανθρώπους του δικού μου τότε ύψους. Τα στάχυα ήταν όρθια, πυκνά και σταθερά, λίγο ψηλότερα από εμένα. Όταν κοιτούσα ψηλά, έβλεπα το χέρι του παππού, που ποτέ δεν άφηνε το δικό μου και έναν μαύρο ουρανό, γεμάτο άστρα. Εκεί κρυβόταν το φεγγάρι πίσω από λίγα σύννεφα. Πάντα είχα μία ιδιαίτερη αγάπη για τη σελήνη.
    Όταν αραίωναν τα στάχυα καταλήγαμε σε μια άδεια αλάνα. Ένας απέραντος, άδειος, μουντός, νεκρός ορίζοντας απλωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Όμως όταν έβλεπα την Αφροδίτη όλα έμοιαζαν ζωντανά. Έτρεχα να την αγκαλιάσω κάθε φορά που έβλεπα το λαμπερό χαμόγελό της. Αφού μου χάιδευε το κεφάλι επέστρεφα στον παππού. Μου έδινε το χέρι του και το κρατούσα σφιχτά. Τότε η Αφροδίτη άρχιζε να χορεύει, κάτω από το φως του φεγγαριού, κάνοντας την ακόμα πιο λαμπερή. Οι κινήσεις της ανάλαφρες αλλά ταυτόχρονα δυναμικές. Πάντα φορούσε ένα λευκό φόρεμα που χυνόταν αρμονικά πάνω της. Χόρευε χωρίς μουσική μέχρι το φεγγάρι να φτάσει στο ψηλότερο σημείο στον ουρανό, στην ίδια ευθεία με εκείνη. Αφού τελείωνε τον χορό της κοιτούσε πρώτα εμένα, μετά τον παππού και χαμογελώντας, γυρνούσε αντίθετα από εμάς και περπατούσε στην ομίχλη. Εξαφανίζοντας σιγά-σιγά την φιγούρα της. Έτσι θυμάμαι να τελειώνουν τα ταξίδια μου στην Αφροδίτη. Όταν ξυπνούσα το πρωί δεν θυμόμουν ποτέ τον γυρισμό. Όσο πιο σκληρά προσπαθούσα τόσο πιο πολλές αναμνήσεις έχανα. Αυτό που δεν ξεχνούσα ποτέ ήταν ό χορός της Αφροδίτης. Μέχρι που μια μέρα δεν χρειάστηκε να προσπαθήσω να θυμηθώ την επιστροφή…
    Το τελευταίο μου ταξίδι στην Αφροδίτη δεν ήταν καθόλου διαφορετικό από τα άλλα. Η διαδρομή ήταν το συνηθισμένο μοτίβο. Δάσος, ρυάκι, στάχυα…αλάνα…αλάνα χωρίς ομίχλη αλλά με πέλαγος ξωπίσω της… Η Αφροδίτη χόρεψε και εγώ χαμογελαστή την έβλεπα, όμως ο παππούς δεν χαμογελούσε. Αυτή την φορά άφησε εκείνος το χέρι μου και κάνοντας μία προσπάθεια να μου χαμογελάσει έδωσε το χέρι του στην Αφροδίτη και άρχισαν να χορεύουν μαζί. Αγνοούσαν την παρουσία μου όμως εγώ δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω τους. Η Αφροδίτη φορώντας το λευκό φόρεμά της δημιουργούσε μία φαντασμαγορική αντίθεση χορεύοντας κρατώντας το χέρι του μαυροφορεμένου παππού. Ο παππούς φαινόταν νέος, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Είχε μαύρα μαλλιά και τονισμένα ζυγωματικά. Τα μάτια του ένα σκούρο καφέ που θύμιζε, σε συνδυασμό με τα πράσινα στοιχεία της ίριδας του, το δάσος έξω από το σπίτι μας. Χόρευαν οι δυο τους και χόρευα και εγώ μόνη μου, μιμούμενη τις χορευτικές κινήσεις που έβλεπα τόσο καιρό να κάνει η Αφροδίτη. Το φεγγάρι έφτασε στην ίδια ευθεία με εκείνους, σταμάτησαν, με κοίταξαν, μου χαμογέλασαν και έφυγαν προς το πέλαγος. Ο παππούς χάθηκε μέσα στην θάλασσα, ενώ η Αφροδίτη αφού ο παππούς είχε χαθεί από προσώπου γης, σήκωσε το δεξί της χέρι και η θάλασσα άρχισε να ταράσσεται. Τα κύματά της μεγάλωναν όλο και περισσότερο. Ένα από αυτά χτύπησε την Αφροδίτη και εκείνη την στιγμή άρχισε να αιωρείται. Η μορφή της σιγά-σιγά εξαφανιζόταν όπως όταν έφευγε μέσα από την ομίχλη. Χάθηκαν και οι δύο. Έχασα και τους δύο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μια γυναίκα βγήκε έξω από τα στάχυα και μου είπε <<Έλα, θα σε γυρίσω εγώ>>. Βγήκαμε έξω από τα στάχυα σε ένα απομονωμένο μονοπάτι και το ακολουθήσαμε μέχρι που έβγαλε στο σπίτι μου. Γύρισα να την ευχαριστήσω μα δεν ήταν πια πίσω μου. Τότε κοίταξα στον ουρανό και την είδα. Εκεί ψηλά η Αφροδίτη, ένα αστέρι που έλαμπε μέσα στα κατάμαυρα μου μάτια να αποκτήσουν ζωή. Μου χαμογελούσε. <<Αυτό ήταν το ταξίδι στην Αφροδίτη>> αναφώνησα και μπήκα στο σπίτι.
  Την επόμενη μέρα ξύπνησα δεμένη στο κελί μου. <<Σήκω. Ήρθε η σειρά σου>> μου είπε ένας ψηλός και γεροδεμένος άντρας. Κοίταξα έξω από το μικρό παράθυρο με τα φαρδιά μαύρα κάγκελα και είδα την Αφροδίτη να λάμπει και να μου χαμογελάει. Χαμογέλασα και σκέφτηκα <<Έρχομαι>>.


Α΄  ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ: ΣΑΛΑΚΟΥ ΑΡΓΥΡΩ
«ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ»
Δεν θυμάμαι πολλά από την παιδική μου ηλικία! Τα περισσότερα είναι θολές εικόνες με εμένα να παίζω κρυφτό με την Σοφία, την καλύτερη μου φίλη, όπως φωνάζαμε η μια την άλλη ή την μυρωδιά του κοτόπουλου να ξεχειλίζει από την κουζίνα κάθε Κυριακή. Αν κάτι όμως έχει χαραχθεί βαθιά στην μνήμη μου, είναι αυτή η μικρή φράση, τέσσερις απλές λέξεις που περιέγραφαν απόλυτα τον ένα και μοναδικό μου πόθο «να ταξιδέψω στο διάστημα!» .
Αυτό ήταν το όνειρο μου. Κάθε φορά που κοιτούσα ψηλά στον ουρανό και χάζευα τα αστέρια, αυτές τις μικρές χάντρες που βρίσκονται τόσα χρόνια πάνω μας και φωτίζουν υπομονετικά τα βράδια μας, έδινα την ίδια υπόσχεση, ότι μια μέρα θα μπορούσα να βρεθώ κοντά τους και ποιος ξέρει, ίσως και να τα άγγιζα! Τι χαζή που ήμουν! Τι μικρή που ήμουν… Νιώθω λες και πέρασαν αιώνες από τότε και όμως, ήταν μόλις δυο χρόνια πριν.
Πριν δυο χρόνια ήμουν εκείνο το κορίτσι. Το κορίτσι που στα 17 της αντί να κοιτούσε ακόμα και αρσενικό σκύλο που περνούσε από δίπλα της παρατηρούσε τον ουρανό και έδινε την ‘ίδια υπόσχεση ψιθυριστά. Το κορίτσι που ήθελε να ταξιδέψει στο διάστημα! «Και που θες να πας;» ρωτούσε η δασκάλα μου χαμογελώντας.
Η ανάμνηση της «κυρίας Ελένης» όπως όλα τα παιδιά την αποκαλούσαμε, είναι ευχάριστη. Μας δίδασκε γλώσσα στην Γ’ Δημοτικού. Τους υπόλοιπους δασκάλους τους θυμάμαι απλώς σαν μερικά όργανα του Δημοσίου που απλά έκανα την δουλειά τους, αλλά όχι εκείνη. Η λεπτή φωνή της αντηχεί ακόμα στα αφτιά μου. Κάθε μέρα έμπαινε στην τάξη χαμογελώντας επιτρέποντας μας να δούμε τα κατάλευκα δόντια της. Τα ξανθά μαλλιά της πάντα στην εντέλεια με τις στητές μπούκλες της να χορεύουν στους ώμους της και τα γκρίζα μάτια της ήταν από τα πρώτα στοιχεία που πρόσεχε κανείς πάνω της. Και τέλος οι καραμέλες! Αυτές οι καραμέλες βουτύρου που μας έδινε όταν γράφαμε άριστα στα συχνά διαγωνίσματα που μας έβαζε ήταν το μοναδικό μου κίνητρο για διάβασμα.
«Υπάρχουν πολλοί πλανήτες στο ηλιακό μας σύστημα, καθώς και δορυφόροι» συμπληρώνει στην ερώτηση της «Εσύ, ποιόν θα ήθελες να επισκεφτείς;» ρωτάει ξανά. Αλήθεια, ποιόν θα ήθελα να επισκεφτώ; Τόσα χρόνια ονειρεύομαι την ίδια στιγμή αλλά ποτέ δεν μπήκα στην διαδικασία να αποφασίσω. Στη σελήνη; Όχι! Είναι πολύ κοντά, μήπως στον Άρη; Όχι! Ο Άρης ήταν ο θεός του πολέμου, σύμφωνα με την κυρία Ελένη και εγώ είμαι κατά του πολέμου. Το βρήκα!
«Στην Αφροδίτη!» απαντάω χαρούμενα διακόπτοντας η ίδια τις σκέψεις μου.
«Θα πάω στην Αφροδίτη» συμπληρώνω και ξαφνικά η απόλυτη σιωπή σπάει από τα ενοχλητικά γέλια των συμμαθητών μου.
«Δεν υπάρχει τίποτα κακό από το να κάνεις όνειρα. Αντιθέτως, τα όνειρα και οι προσδοκίες ενός ανθρώπου είναι η πιο πολύτιμη περιουσία του!» Τους μαλώνει η δασκάλα. Αυτή λοιπόν είναι η 2η φράση που έχει χαραχτεί στο μυαλό μου ανεξίτηλα.
Αυτό το κορίτσι ήμουν λοιπόν. Τώρα όμως, μετά από εκείνη την άδικη μέρα της ενηλικίωσης όπου όλα τα παιδιά περιμένουν την δίκαιη ανταμοιβή τους για τις προσπάθειες και το διάβασμα όλων των προηγούμενων χρόνων, όλα μου τα όνειρα καταρρίφτηκαν. Η καθημερινότητα και οι συνθήκες με άλλαξαν.
Υποτίθεται πως θα ήταν μια απλή εξέταση. Όπως λέει και η μαμά μου «ένας γενικός έλεγχος πρέπει να γίνεται τουλάχιστον μια φορά το χρόνο» Η Λευχαιμία όμως δεν περίμενε εμένα να κάνω το ετήσιο μου check-up. Εμφανίστηκε ύπουλα στον οργανισμό μου και κατάφερε να φτάσει σε προχωρημένο στάδιο. Εντάξει, έπρεπε να το παραδεχτώ. Έχω άχρηστα λευκά αιμοσφαίρια!
Όταν έμαθα για την ασθένεια μου, ήμουν μόλις δεκαοχτώ. Στην αρχή ήταν τόσο δύσκολο να το συνηθίσω. Η πρώτη εβδομάδα ήταν απαίσια. Σαν εκείνες τις εβδομάδες που νιώθεις ότι κάθε μέρα είναι Δευτέρα και δεν ξημερώνει ποτέ το Σαββατοκύριακο. Μετά από λίγο άρχισα να το αποδέχομαι. Για την ακρίβεια, έκανα πλάκα με τον εαυτό μου. Λευχαιμία- εγώ 1-0. Φυσικά και κρατούσα το σκορ. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που νικούσα! Μετά όμως από την αποτυχία των χημειοθεραπειών και τις εξαντλητικές επανεξετάσεις το ήξερα. Ο τύπος με την μαύρη του στολή ετοιμαζόταν για επίσκεψη.
«Τι κάνεις;» με ρωτάει η Σοφία. Κάθεται δίπλα μου στο κρεβάτι και μου χαμογελάει. Ήταν πάντα δίπλα μου. Από τότε που ήμασταν μικρά παιδιά μέχρι και τώρα.
«Μια χαρά!» χαμογελάω κι εγώ.
«Μίλησα με τους γονείς σου και τους έπεισα να σε πάρω και να βγούμε σήμερα. Διάλεξε μέρος και φύγαμε.» χτυπάει τις παλάμες της μεταξύ τους και χοροπηδάει. Δεν χάνω χρόνο. Πηδάω αμέσως πάνω από το κρεβάτι και ανοίγω την ντουλάπα μου. Πιάνω ένα σκούρο μπλε τζιν και μια λευκή μπλούζα και βάζω τα μποτάκια μου. Αφήνω ελεύθερα τα μαλλιά μου, σαν ένας καστανός τυφώνας στην πλάτη μου και φεύγουμε.
«Ξέρεις ποιο είναι το θετικό στην κατάσταση μου;» ρωτάω ειρωνικά και η φίλη μου δυσανασχετεί «δεν θα περάσω ποτέ την κρίση των 80» απαντάω για χάρη της « ούτε πίεση ούτε ζάχαρο! Τίποτα» συμπληρώνω και εκείνη γελάει δυνατά παρασύροντας κι εμένα μαζί της. Αυτές οι χαρούμενες στιγμές μαζί της είναι το μόνο που θα ήθελα να κρατήσω. Αυτές τις μικρές στιγμές με τη φίλη μου.
Χαμένη στις σκέψεις μου δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Διακρίνω τον φόβο στα μάτια της Σοφίας αλλά και στον τόνο της φωνής της καθώς φωνάζει για βοήθεια αλλά αγνοώ το γιατί. Βιαστική μπαίνει στο αυτοκίνητο της κι εγώ την ακολουθώ.
«Τι συμβαίνει;» ρωτάω φανερά αναστατωμένη αλλά δεν παίρνω απάντηση. Η ίδια είναι αρκετά τρομοκρατημένη για να πει το οτιδήποτε. Έτσι σωπαίνω.
Μερικά λεπτά αργότερα, φτάνουμε σε ένα επιβλητικό κτήριο. Στο τέλος ενός μακρύ και παγωμένου διαδρόμου εντοπίζουμε τους γονείς μου. Τα πρόσωπα τους είναι θλιμμένα καθώς δάκρυα κυλούν από το πρόσωπο της μητέρας μου.
«Πού είναι;» ρωτάει ο πατέρας μου.
«Με τους γιατρούς. Την μεταφέρουν με το ασθενοφόρο» ψιθυρίζει η Σοφία εστιάζοντας στο πάτωμα.
«Ποια; Τι έγινε;» συνεχίζω να αναρωτιέμαι αλλά κανείς τους δεν μου δίνει σημασία.
Δύο λεπτά περνούν ώσπου ο γιατρός βγαίνει έξω. Αφού ψιθυρίζει κάτι στους γονείς μου, εκείνοι τον ακολουθούν καθώς εγώ παραμένω μπερδεμένη. « Θα μου εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει;!» φωνάζω.
«Τερέζα!» αναφωνεί η μητέρα μου μπαίνοντας μέσα σε μια λευκή, κρύα αίθουσα.
«Σας το έχω πει πόσες φορές! Προτιμώ το Τέσσα», Τερέζα ήταν το όνομα της γιαγιάς μου, αλλά δεν το εκτίμησα όσο εκείνη.
Ο γιατρός τραβάει ένα ολόλευκο σεντόνι από το κρεβάτι και τότε το βλέπω. Θα αναγνώριζα αυτά τα ρούχα, αυτά τα μονίμως μπερδεμένα μαλλιά, αυτό το σώμα. Παγώνω. Προσπαθώ να τους μιλήσω. Να τους δείξω πως είμαι εδώ. Φωνάζω! Αλλά κανείς τους δεν με ακούει. Ποτέ τους δεν με άκουσα. Εκείνοι με βλέπουν ως το νεκρό σώμα στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Όμως εγώ είμαι έξω και τους βλέπω να κλαίνε.
Ξαφνικά η αμήχανη στιγμή καθώς και τα σιγανά αναφιλητά σταματούν.
«Πάντα ήθελε να ταξιδέψει να βρεθεί ανάμεσα στα αστέρια και τώρα εκεί θα πάει. Ψηλά στον ουρανό, εκεί που πάντα άνηκε! Στην δική της Αφροδίτη»



Β’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ: ΤΑΚΑΡΙΔΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
                 
                   ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

  Μου είπαν να ψάχνω να βρω όλα όσα θέλω να αποκτήσω,  να αναζητήσω , να ρωτήσω για να τα βρω. Κανείς άλλος δε μπορεί να το κάνει αυτό για μένα , μόνο εγώ. Μου είπαν πως πρέπει να προσπαθήσω, να οραματιστώ, να περπατήσω στη ζωή για να αποκτήσω οτιδήποτε θέλω. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν , δίσταζα. Να περπατήσω στο δύσβατο δρόμο της ζωής; Μόνη; Πώς θα τα κατάφερνα; Φοβόμουν.
   Μέρες και μέρες τριγυρνούσαν στο μυαλό μου αυτές οι σκέψεις και δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Ίσως … Να ταξιδέψω. Ναι αυτό ήταν! Ένα πρωινό αποφάσισα να ξεκινήσω το ταξίδι μου, αλλά όχι όπως οι άλλοι. Με το δικό μου τρόπο και θα ήμουν μόνη. Δε θα μου άλλαζε κανείς την απόφαση. Θα το έκανα όπως εμένα μου αρέσει και θα πήγαινα όπου ήθελα… Αρκεί, να έβρισκα αυτό… που ήθελα!
   Έτσι ,λοιπόν ,άρχισα να ετοιμάζομαι. Γέμισα το σάκο μου με όρεξη, υπομονή κι ελπίδα πως θα τα κατάφερνα. Ήμουν αποφασισμένη να ταξιδέψω.
   Επισκέφτηκα πολλούς τόπους , διάφορες χώρες κι έμαθα πολλά. Γνώρισα διαφορετικούς ανθρώπους, νέους πολιτισμούς, ξένες για μένα συνήθειες και πολλών λογιών ανθρώπους. Μα πουθενά αυτό που έψαχνα. Έψαξα κι άλλο, ταξίδεψα και σε άλλους τόπους, σε πόλεις, σε νησιά και κάποιοι άνθρωποι ήταν απρόσιτοι , δεν ήταν καταδεκτικοί, δεν τους ενδιέφερε που κάτι έψαχνες. Δεν μπορούσαν να σε βοηθήσουν, έλεγαν ,βιάζονταν να πάνε στις δουλειές τους. Άλλοι πάλι ήταν ορεξάτοι, πρόθυμοι , καταδεκτικοί, φιλόξενοι. Σου προσέφεραν μεζέδες και σε ξεναγούσαν στον τόπο τους. Αλλά ακόμα κι εκεί, όχι δεν υπήρχε αυτό , αυτό που ήθελα να βρω!
   Μια ημέρα βρέθηκα σε ένα χωρίο. Ένα γραφικό, παραδοσιακό χωριό. Οι άνθρωποι εκεί ήταν… διαφορετικοί. Δε γνωρίζω το πώς ούτε το γιατί αλλά θα ήθελα να το μάθω. Είχαν κάτι άλλο, κάτι που σε έκανε να τους πλησιάσεις δίχως ντροπή. Να θέλεις να τους μιλήσεις, να τους γνωρίσεις. Είχαν χρόνο για εσένα , κι ας μη σε ήξεραν! Είχαν , κάτι άλλο , κάτι γοητευτικό. Είχαν χώρο για εσένα στην καρδιά τους,  ήθελαν να μάθουν για εσένα, ήθελαν να τους μιλήσεις , ήθελαν να τους πεις κάτι ακόμα κι αν αυτό ήταν τα παράπονα και οι δυσκολίες σου, και πάλι σε άκουγαν χαμογελαστοί! Λοιπόν, το βρήκα. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ΑΓΑΠΗ! Ναι, καλά άκουσες, αγάπη. Δεν τους περίσσευε, αλλά έβρισκαν χώρο στην καρδιά τους και για τον ταξιδιώτη. Δεν είναι πολύ όμορφο;
   Δεν ήξερα ποιόν να ευχαριστήσω για αυτό το δώρο. Ήταν το πιο όμορφο που έχω πάρει ποτέ! Ποιόν όμως να ευχαριστούσα για τη δύναμη , το κουράγιο, την επιμονή που είχα όλο αυτό το διάστημα; Τους ανθρώπους που με βοήθησαν και μου έδωσαν τη δυνατότητα να ψάξω. Τους ανθρώπους που βρήκα αυτούς που είχαν αγάπη για σένα. Παρότι σκεφτόμουν δεν γνώριζα. Αποφάσισα, έτσι, να ρωτήσω. Να ρωτήσω τους ίδιους, αυτούς τους εξαιρετικούς ανθρώπους ποιόν να ευχαριστούσα για το θησαυρό που έχουν. Ρώτησα… Ξέρεις τι μου είπαν; Το Θεό. Πήγαιναν στην εκκλησίτσα του χωριού και του μιλούσαν, τον ευχαριστούσαν για όλα τα καλά που είχαν και για ό,τι άλλο ήθελαν.
   Δεν ήξερα τι να πω. Πρώτη φορά άκουγα κάτι τέτοιο. Μου άρεσε όμως. Αν αυτό ήταν που τους έδινε δύναμη, δεν υπήρχε λόγος να μη το δοκιμάσω.
  Ξαφνικά, μια φωνή διέκοψε την ιστορία μου. Η μητέρα μου με ρωτούσε τι έκανα τόσες ώρες στο κρεβάτι. Δυσανασχέτησα που μου διέκοψε το ταξίδι αλλά το χαμόγελο δεν έφυγε από τα χείλη μου. Της διηγήθηκα το ταξίδι μου στην… μόλις κατάλαβα ότι δεν γνώριζα που ήμουν. << Στην Αφροδίτη>> της απάντησα <<Στο χωριό της ευτυχίας και της αγάπης. Της αγάπης μανούλα! Υπάρχει πράγματι τέτοιος τόπος;>> Παραξενεύτηκε με όσα της έλεγα μα μου χαμογέλασε γλυκά και μου είπε << Δε γνωρίζω αν υπάρχει. Αλλά μπορείς να το δημιουργήσεις! Να φέρεσαι και ‘συ όπως οι άνθρωποι του χωριού και θα δεις πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Σιγά σιγά οι καρδιές των ανθρώπων θα μαλακώσουν και θα είσαι ευτυχισμένη που βοήθησες σε αυτό. Θα σε βοηθήσω κι εγώ σε αυτό! Ας βάλουμε την αγάπη στην καρδιά μας κι ας γίνει η ζωή μας ένα ταξίδι στην Αφροδίτη!>>



Β΄ ΒΡΑΒΕΙΟ: ΚΙΟΥΡΤΣΗ ΙΩΑΝΝΑ- 2ο ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

«Ταξίδι στην Αφροδίτη»

Δευτέρα
Ξημέρωσε. Καινούρια μέρα, νέος κύκλος. Οι κύκλοι της Δευτέρας είναι πάντα μουντοί και άχαροι- εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Πήρε το παλτό από την κρεμάστρα και την ομπρέλα και βγήκε από το σπίτι τρέχοντας πάλι για να προλάβει το λεωφορείο. Αν έβγαινε πριν τις και μισή προλάβαινε το καινούριο λεωφορείο με τις καρέκλες που είναι μαλακές. Αν όχι, περίμενε πέντε λεπτά και έπαιρνε το παλιό με τις ξύλινες καρέκλες. Σήμερα δεν πρόλαβε κανένα από τα δύο. Τουλάχιστον δεν έβρεχε. Πήγε στη δουλειά με τα πόδια. Το αφεντικό δεν του έβαλε τις φωνές, όμως την επόμενη φορά δεν γλιτώνει.
«Αντί σας, κύριε Χ! Καλό απόγευμα!» Και με το παλτό στον ώμο ξεκίνησε για το σπίτι. Ο δρόμος του περνούσε έξω από ένα παλιατζίδικο που είχε στη βιτρίνα έναν μεγάλο καθρέπτη. Ειρωνεία, σκεφτόταν πάντα. Οι καθρέπτες έχουν τη δύναμη ή μάλλον εμείς δίνουμε στους καθρέπτες τη δύναμη, να ας παρουσιάζουν αυτό που επιλέγομε να δούμε. Κι ο καθρέπτης αυτός ήταν όμορφος, είχε ξυλόγλυπτο κάδρο, χειροποίητο. Ήταν έργο τέχνης, πραγματικά! Όμως, όταν κοιτούσε σε αυτόν αντίκριζε κάτι αποκρουστικό. Το είχε ονομάσει πραγματικό του εαυτό, γιατί κάτι τόσο άσχημο δεν μπορούσε να το αποδώσει σε άλλο. Δεν έμεινε πολύ μπροστά από τον καθρέπτη, ποτέ δεν έμενε.

Πέμπτη
Στο λεωφορείο  γίνεται χαμός τις Πέμπτες. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν βρίσκει θέση, οπότε πάει περπατώντας στη δουλειά. Δεν συμπαθεί τους συναδέλφους του, μισεί το αφεντικό του, μισεί και τη δουλειά του. Καταφέρνει όμως να κάνει το μίσος του να περάσει απαρατήρητο. Το μόνο πράγμα που γίνεται μερικώς αισθητό είναι η δυστυχία και η μιζέρια του. Κάποιοι συνάδελφοι του τον καλούνε για ποτό μετά τη δουλειά, κάποιες φορές. Δεν έχει δεχτεί ποτέ. Δεν πίνει και φοβάται να γυρνάει σπίτι αργά.
«Αντίο σας κύριε Χ! Καλό απόγευμα!» Πάλι ο καθρέπτης. Στην πραγματικότητα μισούσε και τον καθρέπτη. Ήταν ψεύτης. Το ήξερε πως ήτα ψεύτης, γιατί αυτό που έβλεπε δεν αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Όμως, ήταν η αλήθεια γύρω του και δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό. Ήταν αδύναμος ακόμα και όταν είχε να αντιμετωπίσει τον εαυτό του.
Καθρέπτες έχει και στο σπίτι του, όμως εκεί περνάει ωραία. Εκείνη η αλήθεια διαφέρει από την πραγματική, γιατί είναι μόνος . Και όταν είμαστε μόνοι δεν υπάρχει λόγος να μεταμφιεζόμαστε. Αρκεί να μην το μαθαίνει κανείς

Κυριακή
Οι Κυριακές ξεκινάνε πάντα με μουσική. Προτιμάει jazz και blues, το ίδιο και η γάτα του. Του αρέσει να μαγειρεύει υπο τους ήχους του Chet Baker. Στο μαγείρεμα βάζει όλο του το πάθος και βγάζει υπέροχα φαγητά. Συμφωνεί και η σύζυγος και τα παιδιά του.
Τις Κυριακές που μαγειρεύει ο μπαμπά κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι και τρώνε οικογενειακώς. Δέχεται πολλά κομπλιμέντα για τη μαγειρική του και παινεύεται γι’ αυτό. Ειδικά η μεγαλύτερη κόρη του, που πλέον είναι ολόκληρη κοπέλα, κοντεύει τα δεκαέξι, είναι πολύ περήφανη που έχει τόσο καλό μάγειρα για πατέρα.

Το βράδυ τον βρίσκει πάντα στην μπανιέρα. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια κι όμως οι αναμνήσεις είναι πολύ ζωντανές μέσα του. Η μεγάλη έχει ήδη δικά της παιδιά αι η ικρή τώρα τελειώνει με τις σπουδές της στη μουσική. Η γυναίκα του είναι ευτυχισμένη και του χρωστάει πολλά γι’ αυτό. Και ο ίδιος, έχει παραιτηθεί από τη δουλειά του. Όλα βαίνουν λίαν καλώς.
Πόσα χρόνια σπατάλησα, σκέφτεται. Η γυναίκα μου, πρώην γυναίκα μου, πραγματικός θησαυρός. Είναι πλέον χαρούμενη με τον Ζ και ζούνε ευτυχισμένα. Η μικρή μου με έχει συγχωρέσει και έρχεται συχνά μαζί με την μητέρα της να με επισκεφτούν. Η μεγάλη τουλάχιστον προσπαθεί. Δεν μπορώ να της κρατήσω κακία, γιατί την καταλαβαίνω. Κι εγώ έτσι ήμουν στην αρχή. Ελπίζω μόνο να με συγχωρέσει κι αυτή κάποια στιγμή.
Κι έτσι μαζί με τις σκέψεις και τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής βυθίζεται ολόκληρος στη μπανιέρα. Όλα είναι ήσυχα κάτω από το νερό. Όλες οι σκέψεις ηρέμησαν. Μερικές στιγμές, τόσο κρατάει ένας θάνατος. Και άλλες τόσες μια νέα δημιουργία. Μια αναγέννηση. Κάτι νέο αναγεννιέται από τις στάχτες του παλιού. Και με μια ανάσα έρχεται στην επιφάνεια. Μέσα στο νερό έχουν μείνει όλες οι σκέψεις του, τα πάθη του, οι στεναχώριες του, όλα όσα είχε δανειστεί αυτός. Αναδύεται κάτι νέο. Και το όνομα του, Αφροδίτη.

Δευτέρα
Οι κύκλοι της Δευτέρας είναι πάντα μουντοί και άχαροι- εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Και σήμερα είναι μια Δευτέρα γεμάτη φώς και χρώμα. Είναι σαν ένα καινούριο είδος Δευτέρας. Φόρεσε το παλτό του γρήγορα και βγήκε πάλι τρέχοντας για να προλάβει το λεωφορείο. Αυτή τη φορά δεν το χάνει με τίποτα, γιατί θα είναι το τελευταίο που παίρνει. Το λεωφορείο του ταξιδιού του στην Αφροδίτη με εισιτήριο χωρίς επιστροφή!



Β’ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ: ΤΑΚΑΡΙΔΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ – 30ο ΓΕΛ Θεσσαλονίκης
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

  Μου είπαν να ψάχνω να βρω όλα όσα θέλω να αποκτήσω,  να αναζητήσω , να ρωτήσω για να τα βρω. Κανείς άλλος δε μπορεί να το κάνει αυτό για μένα , μόνο εγώ. Μου είπαν πως πρέπει να προσπαθήσω, να οραματιστώ, να περπατήσω στη ζωή για να αποκτήσω οτιδήποτε θέλω. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσαν , δίσταζα. Να περπατήσω στο δύσβατο δρόμο της ζωής; Μόνη; Πώς θα τα κατάφερνα; Φοβόμουν.
   Μέρες και μέρες τριγυρνούσαν στο μυαλό μου αυτές οι σκέψεις και δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Ίσως … Να ταξιδέψω. Ναι αυτό ήταν! Ένα πρωινό αποφάσισα να ξεκινήσω το ταξίδι μου, αλλά όχι όπως οι άλλοι. Με το δικό μου τρόπο και θα ήμουν μόνη. Δε θα μου άλλαζε κανείς την απόφαση. Θα το έκανα όπως εμένα μου αρέσει και θα πήγαινα όπου ήθελα… Αρκεί, να έβρισκα αυτό… που ήθελα!
   Έτσι ,λοιπόν ,άρχισα να ετοιμάζομαι. Γέμισα το σάκο μου με όρεξη, υπομονή κι ελπίδα πως θα τα κατάφερνα. Ήμουν αποφασισμένη να ταξιδέψω.
   Επισκέφτηκα πολλούς τόπους , διάφορες χώρες κι έμαθα πολλά. Γνώρισα διαφορετικούς ανθρώπους, νέους πολιτισμούς, ξένες για μένα συνήθειες και πολλών λογιών ανθρώπους. Μα πουθενά αυτό που έψαχνα. Έψαξα κι άλλο, ταξίδεψα και σε άλλους τόπους, σε πόλεις, σε νησιά και κάποιοι άνθρωποι ήταν απρόσιτοι , δεν ήταν καταδεκτικοί, δεν τους ενδιέφερε που κάτι έψαχνες. Δεν μπορούσαν να σε βοηθήσουν, έλεγαν, βιάζονταν να πάνε στις δουλειές τους. Άλλοι πάλι ήταν ορεξάτοι, πρόθυμοι , καταδεκτικοί, φιλόξενοι. Σου προσέφεραν μεζέδες και σε ξεναγούσαν στον τόπο τους. Αλλά ακόμα κι εκεί, όχι δεν υπήρχε αυτό , αυτό που ήθελα να βρω!
   Μια ημέρα βρέθηκα σε ένα χωρίο. Ένα γραφικό, παραδοσιακό χωριό. Οι άνθρωποι εκεί ήταν… διαφορετικοί. Δε γνωρίζω το πώς ούτε το γιατί αλλά θα ήθελα να το μάθω. Είχαν κάτι άλλο, κάτι που σε έκανε να τους πλησιάσεις δίχως ντροπή. Να θέλεις να τους μιλήσεις, να τους γνωρίσεις. Είχαν χρόνο για εσένα , κι ας μη σε ήξεραν! Είχαν , κάτι άλλο , κάτι γοητευτικό. Είχαν χώρο για εσένα στην καρδιά τους,  ήθελαν να μάθουν για εσένα, ήθελαν να τους μιλήσεις , ήθελαν να τους πεις κάτι ακόμα κι αν αυτό ήταν τα παράπονα και οι δυσκολίες σου, και πάλι σε άκουγαν χαμογελαστοί! Λοιπόν, το βρήκα. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ΑΓΑΠΗ! Ναι, καλά άκουσες, αγάπη. Δεν τους περίσσευε, αλλά έβρισκαν χώρο στην καρδιά τους και για τον ταξιδιώτη. Δεν είναι πολύ όμορφο;
   Δεν ήξερα ποιόν να ευχαριστήσω για αυτό το δώρο. Ήταν το πιο όμορφο που έχω πάρει ποτέ! Ποιον όμως να ευχαριστούσα για τη δύναμη , το κουράγιο, την επιμονή που είχα όλο αυτό το διάστημα; Τους ανθρώπους που με βοήθησαν και μου έδωσαν τη δυνατότητα να ψάξω. Τους ανθρώπους που βρήκα αυτούς που είχαν αγάπη για σένα. Παρότι σκεφτόμουν δεν γνώριζα. Αποφάσισα, έτσι, να ρωτήσω. Να ρωτήσω τους ίδιους, αυτούς τους εξαιρετικούς ανθρώπους ποιόν να ευχαριστούσα για το θησαυρό που έχουν. Ρώτησα… Ξέρεις τι μου είπαν; Το Θεό. Πήγαιναν στην εκκλησίτσα του χωριού και του μιλούσαν, τον ευχαριστούσαν για όλα τα καλά που είχαν και για ό,τι άλλο ήθελαν.
   Δεν ήξερα τι να πω. Πρώτη φορά άκουγα κάτι τέτοιο. Μου άρεσε όμως. Αν αυτό ήταν που τους έδινε δύναμη, δεν υπήρχε λόγος να μη το δοκιμάσω.
  Ξαφνικά, μια φωνή διέκοψε την ιστορία μου. Η μητέρα μου με ρωτούσε τι έκανα τόσες ώρες στο κρεβάτι. Δυσανασχέτησα που μου διέκοψε το ταξίδι αλλά το χαμόγελο δεν έφυγε από τα χείλη μου. Της διηγήθηκα το ταξίδι μου στην… μόλις κατάλαβα ότι δεν γνώριζα που ήμουν. << Στην Αφροδίτη>> της απάντησα <<Στο χωριό της ευτυχίας και της αγάπης. Της αγάπης μανούλα! Υπάρχει πράγματι τέτοιος τόπος;>> Παραξενεύτηκε με όσα της έλεγα μα μου χαμογέλασε γλυκά και μου είπε << Δε γνωρίζω αν υπάρχει. Αλλά μπορείς να το δημιουργήσεις! Να φέρεσαι και ‘συ όπως οι άνθρωποι του χωριού και θα δεις πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Σιγά σιγά οι καρδιές των ανθρώπων θα μαλακώσουν και θα είσαι ευτυχισμένη που βοήθησες σε αυτό. Θα σε βοηθήσω κι εγώ σε αυτό! Ας βάλουμε την αγάπη στην καρδιά μας κι ας γίνει η ζωή μας ένα ταξίδι στην Αφροδίτη!>>



Γ’  Βραβείο διηγήματος: Τσιρογιάννη Σοφία

«Ταξίδι στην Αφροδίτη»

Τους συνάντησε πρώτη φορά στην τρυφερή ηλικία των πέντε ετών. Σαν μικρό παιδί ήταν αφελής δεν περίμενε τα χειρότερα από τον κόσμο και έτσι δεν κρυβόταν ποτέ. Την μέρα εκείνη έπαιζε στην μοκέτα του παιδικού σταθμού με το μυαλό να τρέχει σε πλανήτες σε σχήμα καρδιάς. Και περνούσε όμορφα. Και ονειρευόταν. Όπως πάντα. Όταν είδε το κατακόκκινο ζευγάρι παπούτσια να πλησιάζει, παραξενεύτηκε. Συνήθως οι άνθρωποι κρατούσαν την απόσταση τους. Σήκωσε αργά, αργά το κεφάλι από τα παιχνίδια και τους είδε. Μια φιγούρα. Δεν είχε δει τίποτα σαν αυτούς πριν. Φορούσαν ένα μακρύ, μαύρο παλτό με διακριτικές μωβ λεπτομέρειες και μια κουκούλα που έκρυβε τόσο καλά το πρόσωπο τους ώστε μόνο τα μάτια τους φαινόταν. Δυο μάτια κόκκινα, μα πράσινα, μα άσπρα, μα λαδί , μα κίτρινα …μα όχι. Ήταν γκρι. Ναι ήταν σίγουρα γκρι. Και ήταν παράξενα. Σαν να έβλεπαν τα πάντα. Έβλεπαν το πεντάχρονο παιδί μέσα και έξω αλλά την ίδια στιγμή έβλεπαν και οτιδήποτε άλλο υπήρχε στο δωμάτιο, στο κτήριο, στην πόλη, στο πλανήτη. Παρόλα αυτά το παιδί ένιωθε ότι ιδιαίτερα επίμονα κοιτούσαν το κεφάλι, το μυαλό του. Πλησίασαν κι άλλο. Και είπαν κάποια πράγματα που δεν έβγαζαν νόημα. Είπαν ότι άνθρωποι σαν το παιδί, δεν μπορούσαν να φορούν το χρώμα ροζ και ότι έπρεπε να αλλάξει την μπλούζα που φορούσε επειγόντως και ότι άνθρωποι σαν το παιδί δεν μπορούσαν να παίζουν με αυτοκινητάκια και ότι έπρεπε ν΄ αφήσει το πράσινο αυτοκινητάκι που κρατούσε επειγόντως. Είπαν στο παιδί τι ακριβώς έπρεπε να κάνει για να είναι σωστός, για να είναι σωστή, για να είναι σωστό. Ανοιγόκλεισε τα μάτια πέντε φορές, και οι φιγούρες έφυγαν.
Ύστερα από εκείνη την πρώτη φορά τους ξαναέβλεπε πού και που. Από εδώ και από εκεί. Η δεύτερη σημαντική συνάντηση έγινε στην εφηβεία. Στα δεκαπέντε. Και εκείνη τη φορά τα μάτια τους ήταν πιο σκούρα, το παρουσιαστικό τους ακόμα πιο τρομακτικό και εκείνοι πιο επιθετικοί. Και αυτή τη φορά δεν ήταν τόσο δύσκολο να τους πιστέψει όταν φώναζαν δυνατά πως ήταν «ΕΝΑ ΛΑΘΟΣ». Η επιδερμίδα του, της, του έχει το λάθος χρώμα. Το σώμα του, της, του είχε το λάθος σχήμα. Τα μάτια του, της ,του στρεφόταν προς το λάθος τύπου ανθρώπων. Το στόμα του, της, του έβγαζε τις λάθος λέξεις. Όσο για το μυαλό …το μυαλό του, της, του υπολειτουργούσε. Ήταν ελαττωματικό. Και έπρεπε επειγόντως …. Επειγόντως …Ανοιγόκλεισα τα μάτια δεκαπέντε φορές και οι φιγούρες έμειναν εκεί. Από τότε τους συναντούσε συνέχεια. Κάθε στιγμή. Ακολουθούσαν το κάθε βήμα. Ακολουθούσαν κάθε πράξη, λέξη. Ακολουθούσαν το κάθε συναίσθημα βρισκόταν πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, πλάγια, ανάποδα, μέσα έξω, ανατολή, δύση. Παρατηρούσαν τα πάντα. Ήξεραν τα πάντα. Και δεν τους άρεζε τίποτα. Ξετρύπωναν από κάθε γωνία του δρόμου , από κάθε γωνία του δωματίου. Από κάθε γωνία του μυαλού… του μυαλού…
Στα εικοσιένα πήρε την απόφαση . Σταδιακά. Άρχισε από το στόμα. Έκοψε δυο κομμάτια κόκκινης μονωτικής ταινίας και το έβαλε σε σχήμα Χ πάνω στα χείλη. Συνέχισε με το μυαλό. Και εδώ για όποιον δεν τον ξέρει, θα πρέπει να αποκαλύψουμε ένα πολύ καλά κρυμμένο μυστικό. Η κυβέρνηση  δεν θα ήθελε να το ξέρεις, για αυτό μην τους πεις ότι το έμαθες από εμάς. Ο άνθρωπος έχει την δύναμη να διαμορφώσει το μυαλό του όπως αυτός θέλει! Είναι αλήθεια. Υπάρχει μια βίδα μερικά εκατοστά κάτω από την κορυφή του κεφαλιού σου, κρυμμένη μέσα στα μυαλά σου, που αν την ξεβιδώσεις θα μπορέσεις να ανοίξεις το καπάκι του κεφαλιού σου και θα έχεις πλήρη πρόσβαση στο μυαλό σου για να το μεταχειριστείς όπως εσύ θέλεις. Το παιδί δεν ήθελε να αλλάξει τα πράγματα, όμως ένιωθε ότι έπρεπε. Γιατί είχε κουραστεί από τον πόνο που προκαλούσαν οι λέξεις τους. Έτσι αφαίρεσε προσεκτικά το μυαλό του από το κεφάλι και το ακούμπησε προσεκτικά στο τραπέζι του μικρού δωματίου, που νοίκιαζε. Είχαν πει ότι δεν είχε αρκετό ταλέντο για να εκπληρώσει τα όνειρα της, του, του  και δεν είχε προσπαθήσει καν. Έτσι είχε πιάσει μια πολύ χαμηλόμισθη δουλειά υπό άθλιες συνθήκες που με το ζόρι επέτρεπε το μικρό αυτό δωμάτιο δυο χιλιοστών.

Παρατήρησε το μυαλό του με απορία. Ήταν γεμάτο χρώμα. Τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Και όλες οι παραλλαγές τους. Και άλλα χρώματα που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι υπάρχουν. Χρώματα που θύμιζαν το συναίσθημα του καθαρού αέρα που χτυπάει ξαφνικά τους πνεύμονες. Ήταν όμορφο. Ήταν όμορφο: Όχι, είχε αποφασίσει και δεν υπήρχε γυρισμός τώρα. Μέσα στην πανδαισία χρωμάτων υπήρχε και ένα μικρό, μεγάλο, μικρό, μεσαίο, μεγάλο μέρος που όλο μαύριζε, μαύριζε… Το έκοψε βιαστικά. Και το έβαλε πίσω στο κεφάλι. Πήρε το υπολειπόμενο, όμορφο, χρωματιστό κομμάτι και άρχισε να τρέχει. Έφυγε από το δωμάτιο. Έτρεχε για λεπτά και ώρες και ίσως μέρες με το μυαλό παραμάσχαλα  και δεν σταμάτησε ώσπου, ώσπου βρήκε τρόπο να το ξεφορτωθεί, (να το κρύψει), να το ξεφορτωθεί! Το πέταξε στην κόκκινη θάλασσα στο πιο βαθύ κομμάτι του κόκκινου ωκεανού και το παρατήρησε να βυθίζεται. Ως. Τον. Πάτο.
Τα χρόνια που ακολούθησαν το Παιδί σταμάτησε να βλέπει χρώματα.
(Σχεδόν)
Η μορφή τον επισκεπτόταν σπάνια.
Μόνο για να ελέγξει αν το έργο τους συνέχιζε να έχει επιτυχία. Το παιδί συνέχιζε να τους μισεί, να μην θέλει να τους βλέπει της, του, του αλλά ίσως όχι τόσο έντονα όσος παλιά. Μιλούσε σπάνια. Ξεκολλούσε την ταινία και άφηνε μια χαραμάδα αρκετή για να πει τη λέξη «Ναι» ή τις λέξεις «Όπως θέλετε». Αλλά όχι πολλά εκτός από αυτά. Δεν ονειρευόταν πλανήτες σε σχήμα καρδιάς πια. Ο κόσμος γύρω ίσως να νόμιζε ότι ήταν φάντασμα. Και ίσως να ήταν. Και ίσως να το ήξερε.
Περιφερόταν. Με σκοπό. Αλλά χωρίς. Αλλά πάντα κάνοντας αυτό που ήθελαν. Όπως πάντα.
Δεν χαμογελούσε. Παλιά χαμογελούσε πάντα. Αλλά όχι τώρα.
Δεν ερωτευόταν κανένΑΝ ,καμΙΆ,τίποΤΑ. Παλιά ερωτευόταν πολύ αλλά τώρα όχι .Δεν χόρευε. Παλιά χόρευε χωρίς σταματημό. Αλλά τώρα όχι. Δεν ένιωθε. Παλιά ένιωθε πολύ. Αλλά τώρα…λίγο…
Λίγο…
Είχαν περάσει δυο αιώνες, τέσσερα χρόνια, οκτώ μήνες, έξι εβδομάδες, τρεις μέρες, δώδεκα ώρες, πενήντα τέσσερα λεπτά και ογδόντα δευτερόλεπτα από τότε που είχε πετάξει το μυαλό στην κόκκινη θάλασσα. Όταν συνειδητοποίησε πως… Όταν βιαστικά έκοψε το μαύρο (φοβισμένο), μαύρο κομμάτι του μυαλού είχε κατά λάθος (επίτηδες) κατά λάθος κόψει και λίγο χρώμα. Υπήρχε ακόμα χρώμα στο κεφάλι της, του, του.
Και το κατάλαβε όταν σκόνταψε μια μέρα και έπεσε πάνω στα φύλλα ενός μεγάλου λουλουδιού που μύριζε ξέγνοιαστα. Και κάτι μέσα, είπε ότι του, της ,του είχε λείψει η ξεγνοιασιά. Αναρωτήθηκε αν το ήξεραν. Αν ήξεραν ότι στο τέλος το σχέδιο τους δεν είχε λειτουργήσει. Χαμογέλασε.
Παραιτήθηκε από τη δουλεία του.
Και άρχισε να τρέχει. Όχι τόσο γρήγορα όσος παλιά γιατί δεν ήταν ο ίδιΟΣ , η ίδιΑ, το ίδιΟ. Δεν ήταν το ίδιο. Και ήλπιζε με ότι τσακισμένο , ξεσκισμένο ίχνος ελπίδας είχε απομείνει ότι η φιγούρα …ότι δε θα τον ανακάλυπταν.
Δεν είχε υπολογίσει πόσο καιρό θα έπαιρνε να τον ξαναβρεί.
Δεν ήταν απλή διαδικασία.
Βούτηξε στην κόκκινη θάλασσα και έψαξε χρόνο πολύ. Μερικές φορές ανέπνεε καλά ,άλλες δύσκολα, άλλες η φωνή του τριβέλιζε στα αφτιά του, της, του και σχεδόν του, της του, και σχεδόν τον ,την τον έπνιγε. Σχεδόν.
Δεν το βρήκες.
Δεν ήταν πουθενά.
Απελπίστηκε
Για πολύ καιρό
Για λίγο καιρό
Δεν έχει σημασία.
Για κάποια στιγμή.
Τράβηξε το κομμάτι μονωτικής ταινίας τόσο δυνατά από το στόμα που τα χείλη του ,της, του άρχισαν να αιμορραγούν πολύχρωμο αίμα
«Ο πλανήτης σε σχήμα καρδιά» ξεφώνισε. Η φωνή που έβγαλε, φάνηκε περίεργη, σκουριασμένη. Μα γνωστή.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει τώρα. Θα τα κατάφερνε. Θα το ξαναέβρισκε. Έφερε τα δάχτυλα στα πληγωμένα χείλη και σφύριξε δυνατά. Το άλογο με χρυσά φτερά άκουσε το κάλεσμα. Προσγειώθηκε μπροστά στο παιδί και υποκλίθηκε.
«Πήγαινέ με στην Αφροδίτη. Πήγαινέ με στον πλανήτη σε σχήμα καρδιάς να δω το χρωματιστό μου μυαλό» ψιθύρισε σ΄ όλες τις γλώσσες του κόσμου και σε άλλες που κανείς δεν ξέρει ακόμα….
Όταν ο άνθρωπος συνάντησε τον φόβο σταμάτησε να χαμογελά.
Όταν ο άνθρωπος συνάντησε το φόβο σταμάτησε να ερωτεύεται.
Όταν ο άνθρωπος συνάντησε το φόβο σταμάτησε να χορεύει.
Όταν ο άνθρωπος συνάντησε το φόβο σταμάτησε να νιώθει.
Ο φόβος σταμάτησε τον άνθρωπο από το να εκφράζεται, να αγαπά τον εαυτό του, της, του, να τραγουδά, τα πετά, να ζει, να ονειρεύεται.
Ο Φόβος, η Λογοκρισία, ο Φασισμός , ο Ρατσισμός, η Ομοφοβία, ο Τραμπουκισμός, η Τρομοκρατία, τα Στερεότυπα, το Μίσος σταμάτησαν το όνειρο,
Αλλά.
Το όνειρο σταμάτησε το φόβο.


Γ’ Βραβείο Διηγήματος: ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑ ΜΥΡΤΩ -
2Ο ΓΕΛ ΘΕΡΜΗΣ «ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ»

Ταξίδι στην Αφροδίτη

«Άντε ρε Άλεξ. Θα περιμένουμε πολύ μες το κρύο;»
Οι φίλου μου είχαν φτάσει. Τώρα ήμουν έτοιμος. Έβαλα το καλό το δερμάτινο και βγήκα. Φτάσαμε σε ένα μπαρ. «Αφροδίτη» το έλεγαν. Καλά, από όνομα ήταν χάλια, αλλά το μέρος ήταν καλούτσικο από μέσα. Παρεΐστικο θα το έλεγα. Τέλος πάντων. Καθίσαμε, πήραμε το επιτραπέζιο μας , πήραμε και το ποτό μας. Ε, τι στο καλό. Γενέθλια είχα, δεν θα έπινα;

  Η ώρα περνούσε και το ένα ποτό ακολουθούσε το άλλο. Και το ένα παιχνίδι ακλουθούσε το άλλο.

  Η ώρα δύο. Ώρα για σφηνάκια. Το ένα έφερε το άλλο. Το τρίτο έφερε ένα περίεργο αίσθημα. Όλα σκοτείνιασαν και ξαφνικά, όλα φωτίστηκαν με ένα πολύ παράξενο φως. Έντονο φως, λευκό.. Διάφορες φιγούρες ξεπήδησαν μπροστά στα μάτια μου. Φιγούρες που ήμουν σίγουρος πως δεν ήταν αληθινές αλλά όσο περνούσε η ώρα, έμοιαζαν πιο αληθινές. Πιο ζωντανές. Σαν κινούμενα σχέδια που δραπέτευσαν από την κόλλα του δημιουργού και φτιάχνουν τη ζωή τους όπως τη θέλουν αυτά.

  Το τέταρτο σφηνάκι έφερε μια ευθυμία. Με βοήθησε να θυμηθώ καταστάσεις που είχα ξεχάσει. Ή μάλλον με ανάγκασε να τις δημιουργήσω όπως βόλευαν.

  Το πέμπτο σφηνάκι έφερε.. Τι έφερε; Έφερε τη Δανάη. Την έφερε πιο κοντά. Τόσο κοντά που.. Όλα θόλωσαν. Έπεσα πάνω της. Το άρωμα της. Το άγγιγμα της.. Όταν με σήκωσαν, δεν ήταν πια εκεί. Όλα είχαν χαθεί.
   Σειρήνες: Τι σειρήνες είναι αυτές; Πόλεμος; Α! Όχι. Ασθενοφόρο.

   Δεν μπορώ να κουνηθώ. Δεν βλέπω. Ακούω μόνο μια βαβούρα. Αλλά μέσα στη φασαρία ξεχωρίζει μια υστερική φωνή. «Τρία μιλιγκράμ  αδρεναλίνης. Το ν χάνουμε. Τρία, δύο, ένα φύγετε». Κάτι με χτύπησε. Άκουγα την καρδιά μου να χτυπά. Την άκουγα περίεργα. Χτυπούσε όλο και πιο σιγά.  «Πέντε μιλιγκράμ αδρεναλίνης. Ξανά. Χορήγηση ορού 10%. Έχει αφυδατωθεί»

 Και μετά τίποτα. Δεν άκουγα τίποτα. Ούτε υστερικές φωνές. Ούτε γιατρούς. Ούτε καρδιές. Τίποτα.

  Τιτ. Τιτ. Τιτ. Ξυπνητήρι; Τιτ. Τιτ. Τιτ. Εκνευριστικός ήχος. Τι είναι; Σταματήστε το. Τιτ. Τιτ. Στοπ. Άνοιξα τα μάτια μου. Δεν έβλεπα καλά, αλλά την είδα. Ήταν αυτή. Η Δανάη.

  Τα χέρια μου. Πώς είναι έτσι;  Μες τα σωληνάκια. Γεμάτα τρύπες από τις βελόνες.

  Εγώ; Πώς είμαι έτσι; Τι είναι όλα αυτά τα καλώδια; Όλα αυτά τα μηχανήματα;

  Τι είναι αυτό στο παράθυρο; Χιόνι; Μα ήταν Αύγουστος. Πώς στο … Τι στο καλό έγινε εκείνο το βράδυ; Πόσες ώρες κοιμάμαι;

  Τιτ. Τιτ. Τιτ. Να το πάλι το ξυπνητήρι. Τιτ. Τιτ. Τιτ. Χτυπά μες το κεφάλι μου. Τιτ. Τιτ. Τιιιιιιτ.

  Κάτι μου σφίγγει το χέρι. Κάτι με καίει στο στήθος και ξανά. Τιτ. Τιτ. Τιτ. Κατάλαβα. Ξέρω τι είναι. Είναι ξυπνητήρι. Το ξυπνητήρι. Το ξυπνητήρι της ζωής. Η ζωή με φωνάζει και εγώ για ακόμα μια φορά τη γράφω. Ησυχία ξανά.

  «Έϊ. Φιλαράκο! Ξύπνα επιτέλους.» Τι γλυκιά φωνή. «Άντε υπναρά. Τόσους μήνες κοιμάσαι. Ξύπνα.» Τι; Πόσους μήνες; Τι έγινε; «Άχ, Άλεξ, σε παρακαλώ. Άνοιξε τα μάτια σου τώρα. Είναι η τελευταία σου μέρα. Ξέρω πως με ακούς. Άνοιξε τα ματάκια σου. Θέλω να τα δω έστω και για τελευταία φορά. Κούνα κάτι. Ένα πόδι. Ένα χέρι. Κάνε κάτι. Δε θέλω να σε χάσω. Ξύπνα ρε. Θα σε αποσυνδέσουν.» Χάθηκε η σύνδεση. Και τώρα.. Φως, πολύ φως. Δεν μπορώ να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά ‘Έλεος. Ας το κλείσει κάποιος.

  Νιώθω πιασμένος. Η Δανάη; Πού είναι; Θυμάμαι που μου μιλούσε. Πού πήγε; Να τη!  Κάθεται δίπλα μου. Κοιμάται…

  Μα τι στο … Δε μπορώ να τη φωνάξω. Τι έπαθε η φωνή μου; Ξανά σκοτάδι.

  «Συγγνώμη κυρία μου. Ήταν η τελευταία μέρα. Πρέπει να …» « Όχι » Τι σπαρακτική κραυγή… Αλλά πάνω στην ώρα… Πιάνω το χέρι της ζωής και ανοίγω τα μάτια μου. Πιάνω το χέρι που μου προσέφερε τόσους μήνες και εγώ δεν έμπαινα και στον κόπο να το δω.

  Έχει δυο βδομάδες από τότε που βγήκα από το νοσοκομείο. Έχω χάσει ήδη αυτή τη χρονιά, πράγμα που σημαίνει ότι θα συνεχίσω του χρόνου στη Β’ Λυκείου. Τουλάχιστον θα έχω παρέα μου τη Δανάη ήταν μαζί μου σε όλο αυτό το ταξίδι.

  Σε ένα ταξίδι που μου έμαθε όλα τα «Μη» και «Πρόσεχε» των γονιών μου, που το κορόιδευα.

Ένα ταξίδι που με έκανε πιο δυνατό.
Ένα ταξίδι στην Αφροδίτη και πάλι πίσω στη ζωή.


Γ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ: Παπαδοπούλου Αγγελική – 2ο Πειραματικό ΓΕΛ Θεσσαλονίκης

Ταξίδι στην Αφροδίτη

  Κάποτε, σε μια αλλιώτικη εποχή, μα όχι τόσο μακρινή, σε ένα διαμέρισμα μες τη βοή της Φλωρεντίας, μα συγχρόνως απομονωμένο, κατοικούσε η Λουσίλντα. Αυτή λοιπόν, είναι η ιστορία ενός νέου κοριτσιού, που έζησε πολλά, μα είδε ακόμα περισσότερα.

  Ήταν ένα ήσυχο βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα. Η Λουσίλντα βρισκόταν ξαπλωμένη άβολα, στον κάναπε του δωματίου της, με τα μακριά της πόδια κρεμασμένα από το μπράτσο, ν’ αγγίζουν σχεδόν το πάτωμα. Αυτό ήταν πάντοτε και το χαρακτηριστικό της γνώρισμα. Ήταν ψηλή, ασυνήθιστα ψηλή, θα έλεγε κανείς, και ενώ από όταν θυμάται τον εαυτό της ντρεπόταν αφάνταστα για αυτό το οποίο την έκανε να ξεχωρίζει από κάθε πλήθος, τώρα, καθώς ξαγρυπνούσε αναπολώντας τα περασμένα, αδυνατούσε να καταλάβει την αιτία της ντροπής αυτής που είχε στιγματίσει την πλειοψηφία των παιδικών και εφηβικών της χρόνων.

  Η μητέρα της συνήθιζε να την καθησυχάζει όποτε αυτή ως νεαρό κορίτσι την έπιανε το παράπονο. Της έλεγε «Εσύ και μονάχα εσύ, καρδούλα μου, μπορείς να απλώσεις το χέρι σου μέχρι τα αστέρια και να φτάσεις τα όνειρα σου..» Αχ! Η μητέρα της. Πόσο πολύ της έλειπε η γαλήνια παρουσία της στο σπίτι και οι ατέλειωτες ώρες που ξόδευαν συζητώντας τα βράδια. Ήταν μια όμορφη γυναίκα, δυναμική. Κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στα γαλανά, σαγηνευτικά της μάτια, τα οποία έκρυβαν πίσω τους σοφία. Έτσι την πάτησε και ο πατέρας της, και αγνός όπως ήταν, την ερωτεύτηκε από την πρώτη μέρα που την γνώρισε. «Πραγματική αγάπη», σκέφτηκε η Λουσίλντα αγναντεύοντας τους κενούς τοίχους γύρω της, κι όμως καταδικασμένη.

  Τα μάτια της σκοτείνιασαν και ανεπαίσθητα το πρόσωπο της συνοφρυώθηκε, καθώς οι σκέψεις της περιπλανήθηκαν στην σκηνή εκείνη που είχε χαραχθεί μόνιμα στο μυαλό της, απ’ τη στιγμή που συνέβη , τρία χρόνια πριν. Ήταν μια όμορφη μέρα, συνειδητοποίησε. Ιδιαίτερα όμορφη μάλιστα. Μία από τις πρώτες μέρες της άνοιξης και ενώ μόλις είχε βρέξει, θυμάται χαρακτηριστικά πως οι εκτυφλωτικές αχτίδες του ήλιου τρύπησαν απ’ το παράθυρο της αριστερά απ’ το κρεβάτι της και την ξύπνησα εκείνο το πρωινό της Κυριακής.  Δε μπορεί τώρα να ανακαλέσει τις ασήμαντες ασχολίες με τις οποίες είχε μάλλον καταπιαστεί, όπως κάθε δεκαεξάχρονο κορίτσι θα έκανε για να περάσει την τεμπέλικη μέρα της. Θυμάται όμως ξεκάθαρα τη στιγμή που ξεκίνησαν όλα.

  Πρώτα ήταν μια δυνατή φωνή, της μητέρας της, που ακούστηκε από την κουζίνα. Μετά η ασφυκτική ατμόσφαιρα που θόλωνε την όραση και την αντίδραση της. Ύστερα , δυο δυνατά μπράτσα του πατέρα να την σπρώχνουν και να την βγάζουν έξω , στην αυλή. «Όχι!» ούρλιαξε αυτή, παλεύοντας στην αγκαλιά του. «Άφησε με!», επέμενε, μα εκείνος είχε άλλα σχέδια. Αφού της φώναξε για τελευταία φορά να μην κουνηθεί ούτε σπιθαμή από εκεί που καθόταν, όρμησε βήχοντας στο χάος του καπνισμένου σπιτιού, αγωνιώντας να βρει τη σύζυγο του, η οποία κάπου μέσα στην ομίχλη και τον πανικό είχε χαθεί. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που αντίκρισε την οικογένεια της. Θυμάται ακόμη τις τελευταίες λέξεις που είχε ξεστομίσει ο πατέρας της.» Όλα θα πάνε καλά» της είχε πει λαχανιασμένος, «θα μας σώσω!». Και για πρώτη φορά ο πατέρας είχε αθετήσει το λόγο του.

  Η Λουσίλντα κούνησε το κεφάλι της και επέστρεψε στο παρόν. Κοίταξε γύρω της και συνειδητοποίησε πως είχε πλέον ξημερώσει και οι πρώτες αχτίδες της αυγής ζέσταιναν το πρόσωπο της. Σηκώθηκε απρόθυμη και ετοιμάστηκε για τη δουλειά. Δούλευε ως σερβιτόρα σε ένα κοντινό, συνοικιακό ζαχαροπλαστείο, δεδομένου της μηδενικής εμπειρίας της, μα πληρωνόταν καλά, δεν είχε παράπονο. Καθώς περπάτησε στα γεμάτα πεζοδρόμια, παρατηρούσε υα μαγαζιά και τα κτήρια γύρω της. Έναν μήνα ήδη βρισκόταν στη μεγάλη πόλη, μα ακόμα της έμοιαζε τόσο ξένη, όσο την πρώτη μέρα της άφιξης της. Αμέσως μετά το θάνατο των γονέων της, συγκέντρωσε ό,τι χρήματα είχαν  αφήσει πίσω τους και αφού μάζεψε και κάποια μόνη της δουλεύοντας εδώ και εκεί, άφησε πίσω της την πατρίδα της, την πόλη της, το σπίτι της και τις αναμνήσεις και μετακόμισε. Έτσι είχε καταλήξει τώρα, εδώ, μόνη και αγωνιζόμενη για το μέλλον της. Το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει περήφανη τη μητέρα της, να τη δικαιώσει.              Γι’ αυτό «θα άπλωνε το χέρι της ψηλά, στ’ αστέρια, και θα έφτανε τα όνειρα της».

  Ήταν τώρα αργά το απόγευμα και η βάρδια της είχε μόλις λήξει. Ούτε που είχε καταλάβει η Λουσίλντα πότε πέρασε η μέρα, καθώς σέρβιρε μηχανικά τους διάφορους πελάτες, βυθισμένη στις σκέψεις της. Άνοιξε την πόρτα του άδειου  διαμερίσματος της και κατσούφιασε αντικρίζοντας τον σωρό από σφραγισμένες κούτες που ακόμη δεν είχε βρει το κουράγιο να τακτοποιήσει. Αποφάσισε πως δυστυχώς θα έπρεπε να αρχίσει τη δουλειά. Οι ώρες περνούσαν  και το φως έξω όλο και λιγόστευε. Η Λουσίλντα εκείνη τη στιγμή συμμάζευε τη ντουλάπα του υπνοδωματίου, κρεμώντας τα λίγα ρούχα και παπούτσια που είχε πακετάρει από την πατρίδα. Ξαφνικά, κάνοντας μια απότομη κίνηση, χωρίς να το σκεφτεί, στραβοπάτησε, έχασε την ισορροπία της και προσπαθώντας να στηριχτεί, γονάτισε στο δάπεδο της ντουλάπας.

  Σε κλάσματα δευτερολέπτου το δάπεδο υποχώρησε από κάτω της και θαρρείς και βρισκόταν σε έναν από τους συνηθισμένους εφιάλτες που την βασανίζουν τις νύχτες, όλα σκοτείνιασαν γύρω της και το μόνο που αισθανόταν ήταν το απόλυτο κενό. Δεν ήξερε ούτε η ίδια πόση ώρα πέρασε πριν να κατορθώσει να ανοίξει επιτέλους τα μάτια της. Πανικόβλητη και λαχανιασμένη, επεξεργάστηκε γρήγορα το περιβάλλον. Γαλάζιοι τοίχοι με κορνίζες, μία βιβλιοθήκη γεμάτη, ρούχα ασυμμάζευτα, πεταμένα στη γωνιά αυτού που όπως συνειδητοποίησε ήταν ένα δωμάτιο. Στράφηκε αριστερά. Μπροστά της βρισκόταν ένα μεγάλο παράθυρο, και δυνατό φως έμπαινε μέσα από τις σχισμές του κλειστού παντζουριού. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, περισσότερο από κάθε τι άλλο, αισθάνθηκε φόβο. Το αίμα έφυγε από το πρόσωπο της, χλόμιασε, και μέσα στο σώμα της απλώθηκε η παγωνιά. Δεν ήταν οποιοδήποτε δωμάτιο, ήταν το δωμάτιο της. Ήταν το δωμάτιο της πίσω στην πατρίδα, εκεί όπου είχε γεννηθεί, όπου είχε μεγαλώσει και εκεί όπου είχε ζήσει την πιο σκοτεινή, θλιβερή εμπειρία των δεκαεννέα χρόνων της.

  Οι πράξεις της, οι οποίες ακολούθησαν, έγιναν ανεπαίσθητα, χωρίς η ίδια να έχει επαφή με την πραγματικότητα την οποία βίωνε, χωρίς να συνειδητοποιεί τι συνέβαινε γύρω της. Μέσα σ’ αυτήν την ονειρική σχεδόν «ομίχλη», άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε τις σκάλες του πατρικού της, κατευθυνόμενη προς την κουζίνα. Κοντοστάθηκε στην είσοδο και τα πόδια της πάγωσαν. Μία οσμή απλώθηκε γύρω της, και γρήγορα συνειδητοποίησε πως δεν ήταν κάτι άλλο, παρά η απαίσια μαγειρική της μητέρας της. «Δεν είναι δυνατόν. Με τίποτα» σκέφτηκε, μα τα πόδια της την κουβάλησαν μπροστά και μπήκε στο δωμάτιο. Η σκηνή που αντίκρισε δεν ήταν ρεαλιστική, δε μπορεί να συνέβαινε. Τίποτα από αυτά δεν ήταν. Στο τραπέζι καθόταν ο πατέρας της με μία εφημερίδα στα χέρια του. Μιλούσε έντονα, με χειρονομίες, για κάποιο θέμα μάλλον πολιτικό, όπως συχνά έκανε.  «Ήταν άνθρωπος με πάθος», έλεγε η μητέρα της.. η μητέρα! Η Λουσίλντα γύρισε δεξιά και είδε τη μητέρα της και για ένα δευτερόλεπτο, ένα μονάχα, η όραση της θόλωσε και το πρόσωπο της ένιωσε την υγρότητα τρεχούμενων δακρύων. Η μητέρα της, Άσενεθ ήταν το όνομα της, στεκόταν πίσω από τον πάγκο της κουζίνας και ενώ ετοίμαζε το φαγητό της ημέρας, είχε το βλέμμα της καρφωμένο στον σύζυγο της, χαμογελώντας αυθόρμητα με ό,τι σημαντικό ή ασήμαντο γεγονός της πολιτικής τον είχε αναστατώσει τόσο.

  Για λίγα μόνο λεπτά, η Λουσίλντα στάθηκε ακίνητη και παρατήρησε την κάθε  τους κίνηση, το βλέμμα τους, την ζωντανή λάμψη στο πρόσωπο τους, τις όμορφες καθημερινές συζητήσεις τους. Δεν φώναξε, δεν προσπάθησε να τους τραβήξει την προσοχή. Κάτι μέσα της, ένστικτο θα έλεγε κανείς, την έπεισε πως δε θα την άκουγαν. Βαθιά στο μυαλό της ήξερε , ακόμη κι αν δεν το είχε παραδεχτεί πως εκείνη η ουτοπική γι’ αυτήν πραγματικότητα ήταν πολύ καλή για να ‘ναι αληθινή. Ήξερε με τρόπο άγνωστο, με τον ίδιο τρόπο που μία μητέρα κάποτε γνωρίζει τον κίνδυνο του παιδιού της, πως ήταν η τελευταία φορά που θα αντίκριζε τους αγαπημένους  γονείς της. Όσο κι αν την έθλιψε τούτη η σκέψη, δεν θα άφηνε το δώρο αυτό που της ήρθε ως όνειρο ή ως παράλληλη πραγματικότητα ίσως, να χαθεί.

  Έτσι, για τις επόμενες ώρες, κάθισε στο πλάι τους και τους κοίταξε με τρόπο που δεν τους είχε κοιτάξει ποτέ. Τους είδε να χαμογελούν, να μιλάνε, να γελάνε δυνατά, τους είδε να αγκαλιάζονται, να καληνυχτίζονται και να ξαπλώνουν μαζί στο μεγάλο τους κρεβάτι, όπως θα έκανα κάθε νύχτα, ο καθένας με κάποιο βιβλίο στο χέρι για να τους πάρει σιγά σιγά ο ύπνος. Και ενώ παρακολούθησε τα μάτια της μητέρας της να βαραίνουν και τον πατέρα της να σβήνει το φως και να την παίρνει στην αγκαλιά του, σε εκείνη τη στιγμή απόλυτης γαλήνης η Λουσίλντα χαμογέλασε όπως εδώ και τρία χρόνια δεν θυμόταν να είχε χαμογελάσει, έκλεισε σιγά σιγά τα μάτια και ψιθύρισε «Αντίο». Βρισκόταν πλέον στη ζεστασιά της αγάπης.

  Η Λουσίλντα έζησε μια άτυχη ζωή. Έχασε το στήριγμα της σε ηλικία που κανείς δε θα έπρεπε να χάνει, πάλεψε να ξεπεράσει την μοναξιά, έχασε μια πατρίδα, αγωνίστηκε ενάντια στη θλίψη. Ήταν δυνατή και αθώα, και παρ’ όλο που άδικα βασανίστηκε, ανταμείφθηκε. Ταξίδεψε σε μία άλλη ζωή, σε έναν εναλλακτικό κόσμο. Ένιωσε την ευτυχία και την νοσταλγία, την οποία η σκληρή ζωή δεν της έδειξε και παρ ‘όλο που έμεινε εκεί για πολύ λίγο, η Λουσίλντα τον αγάπησε τον κόσμο αυτόν. Γι’ αυτό και τον ονόμασε στο υποσυνείδητο της.  Τον ονόμασε για να τον κάνει αληθινό. Τον ονόμασε επειδή ήξερε μέσα της, πως υπάρχει, και επειδή ήθελε να τον γνωρίζουν γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Τον ονόμασε για να τον ευχαριστήσει για την ομορφιά και την αγάπη που της έδειξε. Και τον ονόμασε «Αφροδίτη» τιμώντας την όμορφη ύπαρξη του.


                                      Επιμέλεια e-book:
                                       Αναστασία Μπιτσάνη
                                    Ελένη Βρατσίνη
Θεσσαλονίκη Μάιος 2017                          Αναστασία Πατιά
                                                         
Διαγωνισμός Δημιουργικής Γραφής 2017

«Ταξίδι στην Αφροδίτη»

Συμμετείχαν 70 μαθητές από τα ακόλουθα σχολεία:

•2ο Πειραματικό Λύκειο
•Μουσικό Σχολείο
•1ο Λύκειο Πυλαίας
•1ο Λύκειο Βασιλικών
•1ο Λύκειο Μίκρας
•1ο Λύκειο Πανοράματος
•2ο Λύκειο Μίκρας
•2ο Λύκειο Θέρμης «Γιώργος Ιωάννου»
•3ο Λύκειο Καλαμαριάς
•15ο Λύκειο Θεσσαλονίκης
•24ο Λύκειο Θεσσαλονίκης
•30ο Λύκειο Θεσσαλονίκης
•Αριστοτέλειο Κολλέγιο
● Αρσάκειο






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ