Ένα εύρημα που θα μπορούσε να φωτίσει μια από τις πιο επίμονες ιστορίες χαμένου θησαυρού φέρνουν στο φως δύο Αμερικανοί αρχαιολόγοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι εντόπισαν το ναυάγιο του πορτογαλικού πλοίου «Nossa Senhora do Cabo», το οποίο είχε πέσει στα χέρια πειρατών το 1721. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στα ανοιχτά της βορειοανατολικής Μαδαγασκάρης και διήρκεσε 16 χρόνια, ωστόσο η ταυτότητα του πλοίου δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Το πλοίο είχε αποπλεύσει από την Ινδία με προορισμό την Πορτογαλία, μεταφέροντας υψηλόβαθμους αξιωματούχους, θρησκευτικές προσωπικότητες και φορτίο που, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, θεωρούνταν εξαιρετικά πολύτιμο. Η υπόθεση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της έντονης πειρατικής δραστηριότητας στον Ινδικό Ωκεανό στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν εμπορικές διαδρομές αποτελούσαν συχνό στόχο επιθέσεων.
Χιλιάδες αντικείμενα που ανασύρθηκαν από τον βυθό ενδέχεται να προσφέρουν σημαντικά στοιχεία για τη διακίνηση αγαθών, ανθρώπων και θρησκευτικών αντικειμένων στο πλαίσιο των πορτογαλικών αποικιακών δικτύων της εποχής.
Καταιγίδα, ενέδρα και η άλωση του πλοίου
Το 1721, το «Nossa Senhora do Cabo» ταξίδευε μεταφέροντας, μεταξύ άλλων, τον αντιβασιλέα της Πορτογαλίας και τον αρχιεπίσκοπο της Γκόα, καθώς και περίπου 200 σκλαβωμένους ανθρώπους. Κοντά στο νησί Ρεϊνιόν, δέχθηκε επίθεση από πειρατές υπό την ηγεσία του Ολιβιέ Λεβασέρ, γνωστού και ως «Γεράκι».
Σύμφωνα με μελέτη του Center for Historic Shipwreck Preservation, το πλοίο είχε ήδη υποστεί ζημιές από καταιγίδα, γεγονός που το κατέστησε εύκολο στόχο. Οι πειρατές το κατέλαβαν σχεδόν χωρίς αντίσταση και στη συνέχεια το οδήγησαν περίπου 640 χιλιόμετρα δυτικά, στο νησί Nosy Boraha, που τότε ήταν γνωστό ως Île Sainte-Marie.
Ιστορικές καταγραφές αναφέρουν ότι το φορτίο περιλάμβανε ράβδους χρυσού και αργύρου, νομίσματα, μεταξωτά υφάσματα και εκατοντάδες πολύτιμους λίθους, όπως διαμάντια και σμαράγδια, γεγονός που εξηγεί γιατί η ιστορία του θησαυρού επιβιώνει μέχρι σήμερα.
Δεκαέξι χρόνια έρευνας στον βυθό
Οι αρχαιολόγοι Μπράντον Κλίφορντ και Μαρκ Αγκοστίνι υποστηρίζουν ότι εντόπισαν το ναυάγιο έπειτα από πολυετή χρήση σόναρ και τεχνικών απομακρυσμένης ανίχνευσης. Τα ευρήματά τους δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Wreckwatch Magazine, όπου αναφέρουν ότι ανέσυραν περισσότερα από 3.300 αντικείμενα.
Όπως επισημαίνεται, παρά τις εκτενείς ιστορικές αναφορές για την κατάληψη και τη βύθιση του πλοίου, η ακριβής τοποθεσία του ναυαγίου παρέμενε μέχρι σήμερα ασαφής, προκαλώντας έντονες συζητήσεις μεταξύ ιστορικών και αρχαιολόγων.
Μεταξύ των αντικειμένων που έχουν εντοπιστεί περιλαμβάνονται θρησκευτικά έργα που εκτιμάται ότι προέρχονται από τη Γκόα, όπως αγαλματίδια της Παναγίας και επιγραφές που αναφέρονται στον Ιησού. Επίσης έχουν βρεθεί θραύσματα κεραμικών και χρυσά νομίσματα με αραβικές επιγραφές, πολλά από τα οποία παραμένουν θαμμένα κάτω από άμμο και ιζήματα.
Το μυστήριο του χαμένου θησαυρού
Δεν κατέληξε, ωστόσο, όλος ο θησαυρός στον βυθό. Ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι ο Λεβασέρ και το πλήρωμά του αφαίρεσαν μεγάλο μέρος των πολύτιμων αντικειμένων πριν εγκαταλείψουν το πλοίο. Ορισμένα από αυτά, μαζί με τον αιχμάλωτο αντιβασιλέα, επιστράφηκαν αργότερα στη Λισαβόνα στο πλαίσιο λύτρων.
Παραμένει άγνωστη η τύχη του αρχιεπισκόπου, όπως και των περίπου 200 σκλαβωμένων ανθρώπων που βρίσκονταν στο πλοίο.
Η περιοχή γύρω από το Nosy Boraha ήταν γνωστή ως βάση πειρατών εκείνη την περίοδο, καθώς τα ήρεμα νερά και η περιορισμένη αποικιακή παρουσία την καθιστούσαν ιδανική για τέτοιες δραστηριότητες. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στην περιοχή μπορεί να βρίσκονται έως και δέκα ναυάγια, με αρκετά από αυτά πιθανόν συγκεντρωμένα στο ίδιο λιμάνι.
Όπως σημειώνουν, η συγκεκριμένη τοποθεσία είχε για χρόνια παραμεληθεί από την επιστημονική έρευνα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο για νέες ανακαλύψεις που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ