H συνολική υπερβάλλουσα ρευστότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων που παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος (δηλαδή «κάτω από τα στρώματα») ανέρχεται σε 15 – 20 δισ. ευρώ σύμφωνα με εκτιμήσεις, αναφέρει μελέτη της Eurobank με τίτλο
«Η ελληνική οικονομία ένα χρόνο μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και τα διδάγματα από την εμπειρία της Κύπρου».
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ρευστότητα αυτή θα μπορούσε να επιστρέψει σχετικά άμεσα στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αν και αυτό θα απαιτούσε την περεταίρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος και του αισθήματος εμπιστοσύνης των καταθετών για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αναφέρει η μελέτη. Τη συγγραφή της έκθεσης επιμελούνται οι οικονομολόγοι της Τράπεζας Πλάτων Μονοκρούσος, Ιωάννης Γκιώνης, Στυλιανός Γώγος, ‘Αννα Δημητριάδου, Παρασκευή Πετροπούλου, και Θεόδωρος Σταματίου.
Κάποια από τα κυριότερα σημεία της μελέτης συνοψίζονται στα ακόλουθα:
– Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα (μη-χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά) παρουσίασαν τάσεις σταθεροποίησης μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Ποιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος οι καταθέσεις τον Ιούνιο του 2016 αυξήθηκαν κατά περίπου 1 δισ. ευρώ (+0,9%) σε μηνιαία βάση και κατά 1,9 δισ. (+1,6%) σε σχέση με τον Ιούλιο του 2015 (τον πρώτο μήνα εφαρμογής των περιορισμών). Επιπροσθέτως, υπολογίζεται ότι χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 4 δισ. ευρώ περίπου έχουν επιστρέψει στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα τους τελευταίους 12 μήνες.
– Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, η συνολική υπερβάλλουσα ρευστότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων που παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος (δηλαδή «κάτω από τα στρώματα») ανέρχεται σε 15-20 δισ. ευρώ. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ρευστότητα αυτή θα μπορούσε να επιστέψει σχετικά άμεσα στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα αν και αυτό θα απαιτούσε την περεταίρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος και του αισθήματος εμπιστοσύνης των καταθετών για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
– Οι συναλλακτικές συνήθειες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων μεταβλήθηκαν σημαντικά μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Όπως επιβεβαιώνεται και από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, η χρήση πλαστικού χρήματος (κυρίως χρεωστικών καρτών) ενισχύεται έναντι της χρήσης φυσικού χρήματος.
– Το νέο υπόδειγμα συναλλαγών αναμένεται ότι θα έχει ευεργετικές επιδράσεις μεσοπρόθεσμα σε ότι αφορά στη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα των συναλλαγών αλλά και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.
– Ανεπίσημα στοιχεία δείχνουν ότι οι εγχώριες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας επέδειξαν σημαντική προσαρμοστικότητα στο δυσχερέστερο περιβάλλον των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Παρ’ όλα αυτά η ύπαρξη των περιορισμών συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες.
«Η ελληνική οικονομία ένα χρόνο μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και τα διδάγματα από την εμπειρία της Κύπρου».
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ρευστότητα αυτή θα μπορούσε να επιστρέψει σχετικά άμεσα στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, αν και αυτό θα απαιτούσε την περεταίρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος και του αισθήματος εμπιστοσύνης των καταθετών για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, αναφέρει η μελέτη. Τη συγγραφή της έκθεσης επιμελούνται οι οικονομολόγοι της Τράπεζας Πλάτων Μονοκρούσος, Ιωάννης Γκιώνης, Στυλιανός Γώγος, ‘Αννα Δημητριάδου, Παρασκευή Πετροπούλου, και Θεόδωρος Σταματίου.
Κάποια από τα κυριότερα σημεία της μελέτης συνοψίζονται στα ακόλουθα:
– Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα (μη-χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις και νοικοκυριά) παρουσίασαν τάσεις σταθεροποίησης μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Ποιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος οι καταθέσεις τον Ιούνιο του 2016 αυξήθηκαν κατά περίπου 1 δισ. ευρώ (+0,9%) σε μηνιαία βάση και κατά 1,9 δισ. (+1,6%) σε σχέση με τον Ιούλιο του 2015 (τον πρώτο μήνα εφαρμογής των περιορισμών). Επιπροσθέτως, υπολογίζεται ότι χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 4 δισ. ευρώ περίπου έχουν επιστρέψει στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα τους τελευταίους 12 μήνες.
– Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, η συνολική υπερβάλλουσα ρευστότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων που παραμένει εκτός τραπεζικού συστήματος (δηλαδή «κάτω από τα στρώματα») ανέρχεται σε 15-20 δισ. ευρώ. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η ρευστότητα αυτή θα μπορούσε να επιστέψει σχετικά άμεσα στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα αν και αυτό θα απαιτούσε την περεταίρω βελτίωση του οικονομικού κλίματος και του αισθήματος εμπιστοσύνης των καταθετών για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
– Οι συναλλακτικές συνήθειες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων μεταβλήθηκαν σημαντικά μετά την επιβολή των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Όπως επιβεβαιώνεται και από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία, η χρήση πλαστικού χρήματος (κυρίως χρεωστικών καρτών) ενισχύεται έναντι της χρήσης φυσικού χρήματος.
– Το νέο υπόδειγμα συναλλαγών αναμένεται ότι θα έχει ευεργετικές επιδράσεις μεσοπρόθεσμα σε ότι αφορά στη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα των συναλλαγών αλλά και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.
– Ανεπίσημα στοιχεία δείχνουν ότι οι εγχώριες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας επέδειξαν σημαντική προσαρμοστικότητα στο δυσχερέστερο περιβάλλον των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Παρ’ όλα αυτά η ύπαρξη των περιορισμών συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τις επιχειρήσεις και ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ