Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟΙ "ΧΑΡΟΥΜΕΝΙΑΡΗΔΕΣ"

της Μαργαρίτας Ικαρίου
Ξύπνημα με κεφάλι βαρύ από τα «δώσε-πάρε» της χθεσινής «εορταστικής» εξόδου. Ήπιαμε πάλι όλο το Βόσπορο και τη μισή Προποντίδα, καπνίσαμε των άλλων «εορταζόντων» το φυσαρουφατραβατόνε εντός κλειστού χώρου, ακούσαμε όλα τα σκυλοαμανεδιάρικα κλωσσομπαρόκ σουξέ της εποχής, μετά περισσής αντοχής και ανοχής. Τι ωραία που… «διασκεδάσαμε». Τόσο που, το πρόσωπο στον καθρέφτη μοιάζει σα ξινισμένο γιαούρτι που έχει λήξει από πρόπερσι.

Κρύο σαν ψυγείο το διαμέρισμα. Σαν τις δηλώσεις των πολιτικών που αποφασίζουν και διατάσσουν απαγόρευσιν του θερμαίνεσθαι μέχρι νεοτέρας διαταγής. Οκτώ σειρές φωτάκια σβηστά στο τρέντη λευκό δεντράκι, πλαστικούρα της σειράς από πλανόδιο πέριξ Ομονοίας και σαράντα οκτώ κόκκινες κορδέλες στα τζαμποκλαριά, πούθε της Κίνας έχουν έρθει να παραστήσουν τα γκι. Κουρτίνες τραβηγμένες-μη δουν οι απέναντι και θαυμάσουν το λευκό μας δέντρο και το μαύρο μας το χάλι… Άδειο ψυγείο, ένας καφές στιγμιαίος που θα παραστήσει και πάλι το πρωινό, μαζί με κάτι άθλιους αγοραστούς κουραμπιέδες που μυρίζουν σόδα.

Ο σύντροφος θρονιάζεται στη καρέκλα, βαρύθυμος κι αυτός από το τόσο «γλεντοκόπημα» της χθεσινής βραδιάς. Ξυνίζει τη μούρη του, όπως πολύ συχνά τελευταία κι ύστερα από βιαστική κατάποση μισού φλιτζανιού μαυροζουμίου, θέτει τη μαγική ερώτηση: «Που θα πάμε σήμερα;»

Πολλαπλές οι πιθανές απαντήσεις: «Στο διάολο»; «Προς νερού μας»; «Στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα»; «Στη μάνα σου»; (απαπα, αυτό δεν το λέω). «Να κλέψουμε καμιά τράπεζα, μπας και δούμε κάνα ψόφιο ευρώ στο πορτοφόλι»; «Να πνίξουμε τον Εμπενίζερ»; «Να σπάσουμε τα ρολά από κάνα σούπερ μάρκετ για μισό κιλό γραβιέρα ένα πακέτο μακαρόνια και κιμά, να λιγδώσει το αντεράκι…»

Δε λέω τίποτα. Χαμογελώ αινιγματικά και βυθίζομαι στον άθλιο καφέ και την αναπόληση.

…Μου έχει λείψει το χαλαρό γιορταστικό ξύπνημα, σε ένα σπίτι ζεστό από γέλια και αγάπη… Το αγκάλιασμα του αδερφού μου και το χαϊδευτικό τράβηγμα στα μονίμως ατίθασα μαλλιά «ξύπνα τεμπέλα…». Η κόκκινη καρό κουβερτούλα, μισοτριμμένη στις άκρες μα τόσο απαλή-σαν τα χέρια της μάνας που ζύμωνε στη πήλινη λεκάνη τα μελομακάρονα. Του πατέρα η ματιά μόλις με αντίκριζε να τρυπώνω στη κουζίνα με τις πυτζάμες και να χώνω μουσούδα στο ζυμάρι «να μυρίσω»…

Μου έλειψε κι εκείνη η προσμονή, η τροφοδοτημένη από τους δασκάλους, πως αφού ήμουν «πρώτη μαθήτρια», μεγαλώνοντας όλα θα ήταν απλόχερα στρωμένα στα πόδια μου… Τίποτα δε στρώθηκε. Ξεστρώθηκαν ως κι ελπίδες. Να μην μιλήσω για το δικαίωμα στην εργασία που κατάντησε να θεωρείται… προνόμιο.

Άλλο να ρίχνεις με το σταγονόμετρο το ανθόνερο στον κουραμπιέ κι άλλο να ζεις μετρώντας τα όλα με το σταγονόμετρο-να πάρει η ευχή! Μου λείπει η απλότητα και εγκαρδιότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Τα ανοιχτά σπίτια κι οι ανοιχτές καρδιές. Λείπουν οι αυθόρμητες, οι γνήσιες παρέες, οι αυθεντικές στιγμές. Το να μιλάς κι όχι απλά να λες, ή να κουνάς το κεφάλι, προσποιούμενος πως συμμετέχεις στο ανούσιο κουβεντολόι. Μου λείπουν οι φίλοι που σου χτυπούν την εξώπορτα τρεις τα μεσάνυχτα για να μοιραστούν τον πόνο τους και να κοιμήσουν στον καναπέ σου τη απόγνωσή τους. Μου λείπουν οι φίλες που σε προσκαλούν γιατί γουστάρουν να σε δουν κι όχι για να σου δείξουν το καινούριο τους χτένισμα, ή να αποδείξουν πως ακόμη ευημερούν, παρά την άκριτη κρίση…

Στη μεγάλη ρουφιάνα, το φατσοβιβλίο, βλέπω φωτογραφίες παλιών φίλων και νέων πρόσκαιρων γνωστών, όλων με τεράστια χαμόγελα της κολγκέητ. Άραγε είναι τόσο ευτυχισμένοι, ή μάθαμε όλοι να προσποιούμαστε τους χαρουμενιάρηδες, που ξεχάσαμε πως είναι το αληθινό μας πρόσωπο;

- γράφει η Μαργαρίτα Ικαρίου, δημοσιογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ