Ο Φερνάντο Σάντος για τους Έλληνες, είναι κάτι σαν τη γκόμενα που είχαν παλιά: όταν την είχαν, μια χαρά πέρναγαν, αλλά δεν έλιωναν και ποτέ γι' αυτήν. Δεν ήταν ποτέ η πιο όμορφη ή η πιο ποθητή, αλλά δεν τους έσπαγε τα νεύρα, δεν είχε τίποτα τρελές απαιτήσεις και στο σεξ ήταν κάτι παραπάνω από αξιοπρεπής.
Όταν τη χώριζαν όμως και εκείνη προχωρούσε παρακάτω και πήγαινε με κάποιον άλλον, τότε έσταζαν χολή γι' αυτήν. Η «πείξα», η «δείξα», που «ήταν βαρετή» και «έλα μωρέ τώρα, έφυγε και ησύχασα». Αλλά δεν ησύχασες στην πραγματικότητα, ειδικά αν μετά απ' αυτήν δεν ευτύχησες και πολύ στη ζωή σου...
Γράφει ο Κώστας Βαϊμάκης
Τον συμπαθώ σαν φάτσα τον Φερνάντο Σάντος. Έχει ένα μελαγχολικό βλέμμα που φανερώνει έναν άνθρωπο που έχει δει πολλά, που έχει περάσει πολλά, που έχει ακούσει πολλά αλλά συνεχίζει να το παλεύει κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Η κοψιά του και το ντύσιμό του θυμίζει οδηγό λεωφορείου, ο τρόπος που καπνίζει το τσιγάρο του θυμίζει τύπο που παίζει πρέφα στο καφενείο και πίνει ελληνικό σκέτο, το lifestyle ποτέ δεν τον ένοιαξε, ούτε αν πρέπει να σετάρει καφέ παπούτσι με μαύρη ζώνη και αν φοράει συνέχεια το ίδιο δερμάτινο σακάκι. Σαν προπονητής, ποτέ δεν ήταν ο αγαπημένος μου αλλά και ποτέ δεν ήταν ένας προπονητής που μου γύριζε τα άντερα – ακόμα και στο μικρό διάστημα που κάθισε στον πάγκο της ομάδας που υποστηρίζω, του Παναθηναϊκού, και έφυγε κακήν – κακώς, απλά κατάλαβα ότι δεν «κόλλησε» με την ομάδα κι όχι ότι ήταν «μυρωδιάς» και «άσχετος».
Υπάρχουν δυο τάσεις αυτές τις μέρες του Euro στην Ελλάδα – αρθρογραφίες, σχόλια αναγνωστών, social media: οι μισοί τον αποθεώνουν και οι άλλοι μισοί τον κράζουν. Σχεδόν κανείς δεν έχει πάρει τον μεσαίο δρόμο, το μονοπάτι της ποδοσφαιρικής λογικής, της αναγνώρισης αυτών που έχει πετύχει χωρίς αχρείαστους διθυράμβους. Τι έχει πετύχει ο Φερνάντο; Με ένα ποδόσφαιρο παρωχημένο και χωρίς φρέσκες ιδέες, συντηρητικό και πολύ προσεκτικό στην άμυνα, χωρίς να έχει πετύχει ούτε μια νίκη σε 90λεπτο, έχει φέρει την ομάδα του στα ημιτελικά, πετώντας έξω καλές ομάδες σαν την Κροατία και την Πολωνία. Όχι μεγαθήρια, αλλά καλές ομάδες.
Τι μας χαλάει – σαν Έλληνες – από το ποδόσφαιρο που παίζει η Πορτογαλία; Ότι είναι «αντιτουριστικό» ή ότι θα θέλαμε να είναι ο Φερνάντο στη δική μας Εθνική και να είμαστε εμείς στη θέση των Πορτογάλων; Δημοσίως θα βροντοφωνάξουμε το πρώτο, αλλά βαθιά μέσα μας, μάς καίει το δεύτερο: η Πορτογαλία δεν παίζει ωραία μπάλα, ώρες – ώρες είναι μίζερη, παρότι έχει (θεωρητικά) καλούς παίκτες και τον mega-star Κριστιάνο Ρονάλντο, παίζει σαν ομάδα της σειράς. Οκ από τη μια. Αλλά από την άλλη, με αυτήν ακριβώς τη φιλοσοφία επί Ρεχάγκελ πήγαμε και σηκώσαμε το Euro το 2004. Και με αυτήν ακριβώς τη λογική πήγαμε στο προηγούμενο Μουντιάλ με τον Σάντος, περάσαμε για πρώτη φορά από τη φάση των ομίλων, πήγαμε στους «16» και για ένα πέναλτι δεν καταφέραμε να φτάσουμε στους «8».
Αυτός είναι ο Φερνάντο Σάντος κι αυτός είναι ο τρόπος που του αρέσει να παίζει, είτε έχει τον Γκέκα στην κορυφή, είτε τον Κριστιάνο. Τον κράζουμε εμείς εδώ, τον κράζουν γενικά οι Ευρωπαίοι, τον κράζουν ακόμα και οι συμπατριώτες του για το ποδόσφαιρο που (δεν) παίζει η Πορτογαλία. Κατά βάθος όμως και στο τέλος της ημέρας, του βγάζουν το καπέλο για αυτά που καταφέρνει: η Αγγλία, η Ισπανία, η Κροατία, η Πολωνία πήγαν σπίτι τους, οσονούπω η Γερμανία ή η Ιταλία θα κάνει το ταξίδι της επιστροφής, αλλά η Πορτογαλία είναι ήδη στους «4» και περιμένει αντίπαλο. Χωρίς να παίζει μπάλα. Με τον Ρονάλντο να κάνει ένα άθλιο Euro, με εξάιρεση το ματς με τους Ούγγρους. Με ένα σωρό άλλους παίκτες να είναι κατώτεροι των προσδοκιών ή απλά τρομερά υπερεκτιμημένοι. Με καλύτερο παίκτη τον Πέπε. Αλλά είναι εκεί και περιμένει τον αντίπαλο στα ημιτελικά. Τον κράζουμε διότι δεν μας ευχαριστεί το θέαμα, παρότι κερδίζει. Λες και τις κούπες τις παίρνουν οι ομάδες που παίζουν ωραία και όχι αυτές που είναι αποτελεσματικές, σε ψηφοφορία του κοινού. Λες και δεν είναι Euro, αλλά Eurovision. Για φαντάσου...
Την ίδια ώρα, εμείς εδώ, οι «γκουρμέδες» του θεάματος και «σομελιέδες» του επιθετικού ποδοσφαίρου, που δεν αντέχουμε να βλέπουμε αμυντικό ποδόσφαιρο χωρίς πολλές φάσεις διότι προφανώς σηκώσαμε κάποτε το Euro με πανδαισία θεάματος και βλέπουμε μπαλάρα κάθε Σαββατοκύριακο στη Σούπερ Λίγκα, ξινίζουμε τα μούτρα μας, κράζουμε το Σάντος και περιμένουμε πώς και πώς τη στιγμή που θα ξαναδούμε τον Κριστιάνο κλαμμένο, λες και μας χρωστάει λεφτά ή μας έκλεψε τη γκόμενα.
Η Πορτογαλία μπορεί να πάει τελικό ή να μην πάει. Μπορεί να πάρει το Euro ή να μην το πάρει. Ό,τι από τα παραπάνω και να γίνει, ο Φερνάντο είναι ήδη πετυχημένος. Αυτός που υποτιμητικά λέμε «ο καρπουζάς από το Εστορίλ» γεύεται ήδη το γλυκό καρπούζι της επιτυχίας. Την ώρα που εμείς εδώ γευτήκαμε την αποτυχία μπουκιά – μπουκιά με τον Ρανιέρι και τον Μαρκαριάν και έχουμε εναποθέσει τις ελπίδες μας στον Σκίμπε, ο Φερνάντο πάει όλο και πιο ψηλά. Αθόρυβα, σχεδόν μουλωχτά, με το ίδιο μελαγχολικό βλέμμα. Και με το τσιγάρο να τελειώνει με δυο μεγάλες τζούρες. Άλλωστε τι έμεινε μέχρι τον τελικό; Ένα τσιγάρο δρόμος...
koolnews.gr
Όταν τη χώριζαν όμως και εκείνη προχωρούσε παρακάτω και πήγαινε με κάποιον άλλον, τότε έσταζαν χολή γι' αυτήν. Η «πείξα», η «δείξα», που «ήταν βαρετή» και «έλα μωρέ τώρα, έφυγε και ησύχασα». Αλλά δεν ησύχασες στην πραγματικότητα, ειδικά αν μετά απ' αυτήν δεν ευτύχησες και πολύ στη ζωή σου...
Γράφει ο Κώστας Βαϊμάκης
Τον συμπαθώ σαν φάτσα τον Φερνάντο Σάντος. Έχει ένα μελαγχολικό βλέμμα που φανερώνει έναν άνθρωπο που έχει δει πολλά, που έχει περάσει πολλά, που έχει ακούσει πολλά αλλά συνεχίζει να το παλεύει κόντρα σε όλα τα προγνωστικά. Η κοψιά του και το ντύσιμό του θυμίζει οδηγό λεωφορείου, ο τρόπος που καπνίζει το τσιγάρο του θυμίζει τύπο που παίζει πρέφα στο καφενείο και πίνει ελληνικό σκέτο, το lifestyle ποτέ δεν τον ένοιαξε, ούτε αν πρέπει να σετάρει καφέ παπούτσι με μαύρη ζώνη και αν φοράει συνέχεια το ίδιο δερμάτινο σακάκι. Σαν προπονητής, ποτέ δεν ήταν ο αγαπημένος μου αλλά και ποτέ δεν ήταν ένας προπονητής που μου γύριζε τα άντερα – ακόμα και στο μικρό διάστημα που κάθισε στον πάγκο της ομάδας που υποστηρίζω, του Παναθηναϊκού, και έφυγε κακήν – κακώς, απλά κατάλαβα ότι δεν «κόλλησε» με την ομάδα κι όχι ότι ήταν «μυρωδιάς» και «άσχετος».
Υπάρχουν δυο τάσεις αυτές τις μέρες του Euro στην Ελλάδα – αρθρογραφίες, σχόλια αναγνωστών, social media: οι μισοί τον αποθεώνουν και οι άλλοι μισοί τον κράζουν. Σχεδόν κανείς δεν έχει πάρει τον μεσαίο δρόμο, το μονοπάτι της ποδοσφαιρικής λογικής, της αναγνώρισης αυτών που έχει πετύχει χωρίς αχρείαστους διθυράμβους. Τι έχει πετύχει ο Φερνάντο; Με ένα ποδόσφαιρο παρωχημένο και χωρίς φρέσκες ιδέες, συντηρητικό και πολύ προσεκτικό στην άμυνα, χωρίς να έχει πετύχει ούτε μια νίκη σε 90λεπτο, έχει φέρει την ομάδα του στα ημιτελικά, πετώντας έξω καλές ομάδες σαν την Κροατία και την Πολωνία. Όχι μεγαθήρια, αλλά καλές ομάδες.
Τι μας χαλάει – σαν Έλληνες – από το ποδόσφαιρο που παίζει η Πορτογαλία; Ότι είναι «αντιτουριστικό» ή ότι θα θέλαμε να είναι ο Φερνάντο στη δική μας Εθνική και να είμαστε εμείς στη θέση των Πορτογάλων; Δημοσίως θα βροντοφωνάξουμε το πρώτο, αλλά βαθιά μέσα μας, μάς καίει το δεύτερο: η Πορτογαλία δεν παίζει ωραία μπάλα, ώρες – ώρες είναι μίζερη, παρότι έχει (θεωρητικά) καλούς παίκτες και τον mega-star Κριστιάνο Ρονάλντο, παίζει σαν ομάδα της σειράς. Οκ από τη μια. Αλλά από την άλλη, με αυτήν ακριβώς τη φιλοσοφία επί Ρεχάγκελ πήγαμε και σηκώσαμε το Euro το 2004. Και με αυτήν ακριβώς τη λογική πήγαμε στο προηγούμενο Μουντιάλ με τον Σάντος, περάσαμε για πρώτη φορά από τη φάση των ομίλων, πήγαμε στους «16» και για ένα πέναλτι δεν καταφέραμε να φτάσουμε στους «8».
Αυτός είναι ο Φερνάντο Σάντος κι αυτός είναι ο τρόπος που του αρέσει να παίζει, είτε έχει τον Γκέκα στην κορυφή, είτε τον Κριστιάνο. Τον κράζουμε εμείς εδώ, τον κράζουν γενικά οι Ευρωπαίοι, τον κράζουν ακόμα και οι συμπατριώτες του για το ποδόσφαιρο που (δεν) παίζει η Πορτογαλία. Κατά βάθος όμως και στο τέλος της ημέρας, του βγάζουν το καπέλο για αυτά που καταφέρνει: η Αγγλία, η Ισπανία, η Κροατία, η Πολωνία πήγαν σπίτι τους, οσονούπω η Γερμανία ή η Ιταλία θα κάνει το ταξίδι της επιστροφής, αλλά η Πορτογαλία είναι ήδη στους «4» και περιμένει αντίπαλο. Χωρίς να παίζει μπάλα. Με τον Ρονάλντο να κάνει ένα άθλιο Euro, με εξάιρεση το ματς με τους Ούγγρους. Με ένα σωρό άλλους παίκτες να είναι κατώτεροι των προσδοκιών ή απλά τρομερά υπερεκτιμημένοι. Με καλύτερο παίκτη τον Πέπε. Αλλά είναι εκεί και περιμένει τον αντίπαλο στα ημιτελικά. Τον κράζουμε διότι δεν μας ευχαριστεί το θέαμα, παρότι κερδίζει. Λες και τις κούπες τις παίρνουν οι ομάδες που παίζουν ωραία και όχι αυτές που είναι αποτελεσματικές, σε ψηφοφορία του κοινού. Λες και δεν είναι Euro, αλλά Eurovision. Για φαντάσου...
Την ίδια ώρα, εμείς εδώ, οι «γκουρμέδες» του θεάματος και «σομελιέδες» του επιθετικού ποδοσφαίρου, που δεν αντέχουμε να βλέπουμε αμυντικό ποδόσφαιρο χωρίς πολλές φάσεις διότι προφανώς σηκώσαμε κάποτε το Euro με πανδαισία θεάματος και βλέπουμε μπαλάρα κάθε Σαββατοκύριακο στη Σούπερ Λίγκα, ξινίζουμε τα μούτρα μας, κράζουμε το Σάντος και περιμένουμε πώς και πώς τη στιγμή που θα ξαναδούμε τον Κριστιάνο κλαμμένο, λες και μας χρωστάει λεφτά ή μας έκλεψε τη γκόμενα.
Η Πορτογαλία μπορεί να πάει τελικό ή να μην πάει. Μπορεί να πάρει το Euro ή να μην το πάρει. Ό,τι από τα παραπάνω και να γίνει, ο Φερνάντο είναι ήδη πετυχημένος. Αυτός που υποτιμητικά λέμε «ο καρπουζάς από το Εστορίλ» γεύεται ήδη το γλυκό καρπούζι της επιτυχίας. Την ώρα που εμείς εδώ γευτήκαμε την αποτυχία μπουκιά – μπουκιά με τον Ρανιέρι και τον Μαρκαριάν και έχουμε εναποθέσει τις ελπίδες μας στον Σκίμπε, ο Φερνάντο πάει όλο και πιο ψηλά. Αθόρυβα, σχεδόν μουλωχτά, με το ίδιο μελαγχολικό βλέμμα. Και με το τσιγάρο να τελειώνει με δυο μεγάλες τζούρες. Άλλωστε τι έμεινε μέχρι τον τελικό; Ένα τσιγάρο δρόμος...
koolnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ