Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Πανελλήνια Έρευνα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας για τα καρδιαγγειακά


Μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη γνώση, την προσωπική επίγνωση και την καθημερινή πράξη – Τι αποκαλύπτει η έρευνα της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας για την καρδιαγγειακή υγεία.

Η σοβαρότητα των καρδιαγγειακών νοσημάτων αναγνωρίζεται από την πλειονότητα των πολιτών, όμως η γνώση αυτή δεν μετατρέπεται πάντα σε προσωπική επίγνωση του κινδύνου, σε συστηματικές συνήθειες πρόληψης ή σε ετοιμότητα για άμεση αντίδραση σε ένα επείγον καρδιαγγειακό περιστατικό.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της πανελλαδικής έρευνας που πραγματοποίησε  η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία -την οποία ανάθεσε στην εταιρεία MARC- από τις 4 έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2026, σε δείγμα 1.211 ατόμων ηλικίας 18 ετών και άνω από όλη τη χώρα.

Η έρευνα καταγράφει μια σημαντική αντίφαση: οι πολίτες δηλώνουν ότι γνωρίζουν βασικούς παράγοντες κινδύνου και συμπτώματα, αλλά σε κρίσιμα σημεία εξακολουθούν να εμφανίζουν κενά γνώσης, υποτίμηση του προσωπικού κινδύνου και περιορισμένη πρακτική ετοιμότητα. Το κεντρικό μήνυμα που αναδεικνύεται είναι η απόσταση ανάμεσα στο «ξέρω» και στο «κάνω».

Τα κύρια σημεία της έρευνας παρουσιάστηκαν σε συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αμφιθέατρο της ΕΚΕ από τον Πρόεδρο της ΕΚΕ, Καθηγητή Καρδιολογίας ΕΚΠΑ, κ. Κώστα Τούτουζα, και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο  της εταιρείας MARC, κ. Θ. Γεράκη, που διενήργησε την έρευνα για λογαριασμό της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας. Σημαντικές παρεμβάσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα των εκπροσώπων των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης δόθηκαν  επίσης από τον Αντιπρόεδρο της ΕΚΕ, Καθηγητή Καρδιολογίας στο Πανεπ. Ιωαννίνων, κ. Λάμπρο Μιχάλη, τον Γεν. Γραμματέα της ΕΚΕ, κ. Αθανάσιο Τρίκα και τον Πρόεδρο της ΟΕ Πρόληψης & Αποκατάστασης κ. Εμμ. Παξιμαδάκη.

Σημαντικά ευρήματα της έρευνας

Τα καρδιαγγειακά θεωρούνται μεν σοβαρό πρόβλημα, αλλά δεν αναγνωρίζονται ως η πρώτη αιτία θανάτου

Το 65,9% των ερωτηθέντων θεωρεί τα καρδιαγγειακά νοσήματα πολύ ή εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ωστόσο, μόλις ένας στους τέσσερις πολίτες τα αναγνωρίζει ως την πρώτη αιτία θανάτου στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, όταν ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να αναφέρουν τη σημαντικότερη αιτία θανάτου στη χώρα, μόλις το 25,1% απάντησε «καρδιαγγειακά νοσήματα», ενώ το 39,5% ανέφερε τον καρκίνο και το 29,8% τα τροχαία.

Η απόσταση αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη στις νεότερες ηλικίες. Στην ηλικιακή ομάδα 18–34 ετών, το ποσοστό όσων αναγνωρίζουν τα καρδιαγγειακά ως σημαντικότερη αιτία θανάτου περιορίζεται στο 14,4%.

Τα ευρήματα καταγράφουν έτσι ένα σημαντικό έλλειμμα στην αντίληψη του μεγέθους του προβλήματος, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των πολιτών αναγνωρίζει γενικά τη σοβαρότητα των καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η καρδιαγγειακή νόσος εξακολουθεί να θεωρείται «ανδρική υπόθεση»

Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα αφορά την αντίληψη για το φύλο.

Το 50,7% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα αφορούν κυρίως τους άνδρες, ενώ το 43,6% πιστεύει ότι αφορούν εξίσου τα δύο φύλα.

Η αντίληψη αυτή είναι εντονότερη στους ίδιους τους άνδρες, όπου το ποσοστό που θεωρεί ότι τα καρδιαγγειακά αφορούν κυρίως τους άνδρες φτάνει το 57,5%, ενώ στους πολίτες ηλικίας 65 ετών και άνω φτάνει το 63,6%.

Τα στοιχεία καταδεικνύουν, επομένως, την ανάγκη η ενημέρωση για την καρδιαγγειακή υγεία να μην περιορίζεται σε μια γενική αναφορά στους παράγοντες κινδύνου, αλλά να ενισχύει την αντίληψη ότι η πρόληψη αφορά όλες τις ηλικίες και για τα δύο φύλα.

Γνωρίζουμε τους παράγοντες κινδύνου, αλλά όχι πάντα τη σημασία τους

Σε επίπεδο αναγνώρισης των παραγόντων κινδύνου, τα αποτελέσματα είναι υψηλά για ορισμένους από τους πιο γνωστούς παράγοντες.

Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται από το 91,2%, το άγχος από το 89,5%, η υπέρταση από το 88,4% και το κάπνισμα από το 87,5% ως παράγοντες που συνδέονται με την καρδιαγγειακή νόσο.

Ωστόσο, όταν ζητείται από τους πολίτες να ιεραρχήσουν τους παράγοντες που αυξάνουν περισσότερο τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, αναδεικνύεται διαφορετική εικόνα.

Το κάπνισμα βρίσκεται στην πρώτη θέση με 64,3%, ακολουθεί η παχυσαρκία με 61%, ενώ το άγχος συγκεντρώνει 45,3% και κατατάσσεται πάνω από την LDL χοληστερόλη, η οποία συγκεντρώνει 40%, και τον διαβήτη, με 26,3%.

Ιδιαίτερα χαμηλά βρίσκεται ο Διαβήτης αλλά και η χρόνια νεφρική νόσος.

Παράλληλα, όταν εξετάζεται η απλή σύνδεση της χρόνιας νεφρικής νόσου με την καρδιαγγειακή νόσο, μόλις το 55,4% την αναγνωρίζει, ενώ το 20,2% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τι να απαντήσει.

Τα βασικά συμπτώματα του εμφράματος αναγνωρίζονται – τα λιγότερο τυπικά όμως παραμένουν «αόρατα»

Ο πόνος ή το σφίξιμο στο στήθος είναι το σύμπτωμα εμφράγματος που αναγνωρίζεται περισσότερο, καθώς το γνωρίζει το 81% των πολιτών.

Το 68,5% αναγνωρίζει επίσης τον πόνο που επεκτείνεται στο χέρι, τον ώμο ή τη γνάθο. Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει σημαντικά όταν πρόκειται για λιγότερο τυπικά συμπτώματα. Η δύσπνοια αναγνωρίζεται από το 54,5%, ο κρύος ιδρώτας από το 45,5%, η ξαφνική αδυναμία από το 35,9% και η ναυτία μόλις από το 35,7%.

Η περιορισμένη αναγνώριση αυτών των συμπτωμάτων μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο κενό στην έγκαιρη αντίδραση σε ένα επείγον περιστατικό

Συνολικά, μόλις το 38,8% αισθάνεται σίγουρο ότι θα μπορούσε να αναγνωρίσει ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό, ενώ το 43,1% απαντά ότι «ίσως να μπορέσει».

ΕΚΑΒ: επτά στους δέκα δηλώνουν ότι θα καλέσουν αμέσως, αλλά τρεις στους δέκα δεν γνωρίζουν τον αριθμό!

Το 77,8% των πολιτών δηλώνει ότι θα καλούσε αμέσως το ΕΚΑΒ σε ένα επείγον περιστατικό. Ωστόσο, μόνο το 59,3% γνωρίζει τον αριθμό 166.

Το 29,1% δηλώνει ότι δεν θυμάται τον αριθμό και θα αναζητούσε ποιον πρέπει να καλέσει, ενώ μόλις το 4,4% αναφέρει το 112.

Το εύρημα δείχνει ότι η πρόθεση για άμεση αντίδραση δεν συνοδεύεται σε όλες τις περιπτώσεις από την αντίστοιχη πρακτική ετοιμότητα.

Οι πολίτες υποτιμούν τον προσωπικό τους καρδιαγγειακό κίνδυνο

Η απόσταση ανάμεσα στη γενική αναγνώριση του κινδύνου και στην προσωπική αντίληψη είναι ιδιαίτερα εμφανής.

Ένα μεγάλο ποσοστό θεωρεί μικρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο ή δηλώνει ότι δεν τον γνωρίζει. Όταν οι πολίτες ερωτώνται για την πιθανότητα να αντιμετωπίσουν καρδιαγγειακό πρόβλημα μέσα στην επόμενη δεκαετία, το 29,9% τη θεωρεί ελάχιστη ή καθόλου πιθανή, ενώ ένα επιπλέον 11,9% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει.

Μόλις το 22,5% θεωρεί πολύ ή εξαιρετικά πιθανό να εμφανίσει καρδιαγγειακό πρόβλημα μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Η εικόνα αυτή ενισχύει το συμπέρασμα ότι τα καρδιαγγειακά νοσήματα συχνά αντιμετωπίζονται ως ένα πρόβλημα που αφορά περισσότερο «τους άλλους» παρά τον ίδιο τον πολίτη.

Γνωρίζουμε τα φυσιολογικά όρια γενικά, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι για τις δικές μας τιμές

Το 74,9% δηλώνει ότι γνωρίζει τα φυσιολογικά όρια της αρτηριακής πίεσης, του σακχάρου και της χοληστερόλης.

Όταν όμως η ερώτηση μεταφέρεται από τη γενική γνώση στην προσωπική γνώση των δεικτών υγείας, τα ποσοστά μειώνονται αισθητά.

Με σιγουριά γνωρίζουν:

την αρτηριακή τους πίεση το 59,8%,

τη χοληστερόλη το 54,4%,

το σάκχαρο το 53,9%,

τον δείκτη μάζας σώματος μόλις το 39,4%.

Το εύρημα αναδεικνύει μια ακόμη διάσταση του χάσματος ανάμεσα στη θεωρητική γνώση και την προσωπική παρακολούθηση της υγείας.

Οι εξετάσεις γίνονται, αλλά η συζήτηση για τον προσωπικό κίνδυνο με τον γιατρό δεν γίνεται στον ίδιο βαθμό

Το 77,9% των πολιτών δηλώνει ότι πραγματοποίησε προληπτικό έλεγχο μέσα στον τελευταίο χρόνο.

Παρά το υψηλό αυτό ποσοστό, το 39,9% δεν συζήτησε καθόλου με γιατρό τον προσωπικό του καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Αναλυτικότερα, το 34,5% συζήτησε αναλυτικά το θέμα με γιατρό και το 20,2% επιγραμματικά.

Παράλληλα, μόλις το 45,6% δηλώνει ότι έχει ελέγξει τη νεφρική του λειτουργία κατά την τελευταία τριετία.

Η έρευνα καταγράφει έτσι μια σαφή διαφορά ανάμεσα στην πραγματοποίηση προληπτικών εξετάσεων και στην ενεργή αξιοποίηση των αποτελεσμάτων για την εκτίμηση του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου.

Κάπνισμα, βάρος, άσκηση και διατροφή: η γνώση δεν αρκεί για την αλλαγή συμπεριφοράς

Παρά την υψηλή αναγνώριση του καπνίσματος ως παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, το 42% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι καπνίζει ή ατμίζει.

Από αυτούς, το 29,4% καπνίζει καθημερινά και το 12,6% περιστασιακά.

Την ίδια στιγμή, το 45,4% θεωρεί ότι το βάρος του είναι πάνω από το κανονικό.

Στο πεδίο της σωματικής δραστηριότητας, το 23,7% ασκείται μία φορά την εβδομάδα ή λιγότερο.

Σε επίπεδο διατροφικών συνηθειών, το 48,3% καταναλώνει κόκκινο ή επεξεργασμένο κρέας τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, ενώ το 17% δηλώνει ότι καταναλώνει περισσότερα από πέντε ποτά την εβδομάδα.

Τα στοιχεία συνθέτουν μια εικόνα στην οποία η γνώση των κινδύνων δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχη αλλαγή συμπεριφοράς.

«ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ ΤΑ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ»: υψηλή αναγνωρισιμότητα και σημαντική συμμετοχή

Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα για το πρόγραμμα «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ ΤΑ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΑ».

Το πρόγραμμα έχει ακούσει το 85,7% των ερωτηθέντων, ενώ πρόσκληση έλαβε το 71,9% των ατόμων ηλικίας 30–70 ετών.

Από όσους έλαβαν πρόσκληση, περίπου τρεις στους τέσσερις πραγματοποίησαν τις εξετάσεις, είτε πλήρως είτε εν μέρει.

Σύμφωνα με τα αναλυτικότερα στοιχεία, το 58% ολοκλήρωσε τις εξετάσεις, το 17,8% τις πραγματοποίησε εν μέρει και το 19,6% δεν τις έκανε.
Μεταξύ όσων δεν πραγματοποίησαν τις εξετάσεις, οι συχνότεροι λόγοι ήταν ότι είχαν ήδη κάνει αντίστοιχες εξετάσεις, σε ποσοστό 30%, και η έλλειψη χρόνου, σε ποσοστό 26,4%.

Οι Καρδιολόγοι και η ΕΚΕ αποτελούν την πιο αξιόπιστη πηγή ενημέρωσης

Περισσότεροι από τους μισούς πολίτες, ποσοστό 51,8%, δηλώνουν ότι γνωρίζουν αρκετά για την καρδιαγγειακή υγεία, αλλά θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα.

Ο καρδιολόγος αποτελεί με διαφορά την πηγή ενημέρωσης που εμπιστεύονται περισσότερο οι πολίτες, με ποσοστό 79,9%.

Ακολουθεί ο οικογενειακός γιατρός με 54,5% και η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία με 23,4%.

Αντίθετα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συγκεντρώνουν μόλις 5,5% και η τεχνητή νοημοσύνη 5,3% ως πηγές που εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Τα στοιχεία καταδεικνύουν τον ιδιαίτερο ρόλο που εξακολουθεί να έχει ο γιατρός ως αξιόπιστος φορέας πληροφόρησης σε ζητήματα καρδιαγγειακής πρόληψης.

ΚΑΡΠΑ και απινιδωτής: γνωρίζουμε τι είναι, αλλά λίγοι γνωρίζουν να τον χρησιμοποιήσουν

Το 82,6% γνωρίζει τι είναι η ΚΑΡΠΑ, αλλά μόλις το 25,5% λέει ότι έχει εκπαιδευτεί να την πραγματοποιεί.

Αντίστοιχα, τον απινιδωτή τον γνωρίζει το 72,8%, αλλά μόλις 19,5% δηλώνει ότι θα ήξερε να τον χρησιμοποιήσει.

Η πρόθεση για εκπαίδευση, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα υψηλή: το 74,2% θα ενδιαφερόταν να παρακολουθήσει σεμινάριο ΚΑΡΠΑ της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.

Το ίδιο αποτυπώνεται και στην πρόθεση δράσης σε περίπτωση κατάρρευσης ενός ατόμου από καρδιακή ανακοπή.

Μόλις το 24,3% θα επιχειρούσε ΚΑΡΠΑ επειδή γνωρίζει την τεχνική, ενώ το 46% θα επιχειρούσε με τηλεφωνική καθοδήγηση από το ΕΚΑΒ. Το 20,6% δηλώνει ότι δεν θα αναλάμβανε την ευθύνη.

Ισχυρή κοινωνική στήριξη για περισσότερη πρόληψη και εκπαίδευση

Η έρευνα καταγράφει ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αποδοχής για όλα τα προτεινόμενα μέτρα πολιτικής, με όλα να συγκεντρώνουν αποδοχή άνω του 83%.

Μεταξύ των προτεινόμενων μέτρων, η αυστηρότερη εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας έχει τη χαμηλότερη αποδοχή, με 83,4%.

Ιδιαίτερα υψηλή είναι η αποδοχή για μέτρα που αφορούν την εκπαίδευση των πολιτών από μικρή ηλικία και την ενίσχυση της δυνατότητας άμεσης παρέμβασης σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής.

Το 96,4% τάσσεται υπέρ της εκπαίδευσης για τους παράγοντες κινδύνου στα σχολεία, το 94,1% υπέρ περισσότερων απινιδωτών σε δημόσιους χώρους και το 93% υπέρ της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην ΚΑΡΠΑ στο σχολείο.

Τι ζητούν οι πολίτες από την Πολιτεία

Όταν καλούνται να προσδιορίσουν τις προτεραιότητες της Πολιτείας στον τομέα της καρδιαγγειακής πρόληψης, οι πολίτες αναδεικνύουν ως πρώτη επιλογή τη συνέχιση και ενίσχυση των προληπτικών εξετάσεων και του προγράμματος «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», με ποσοστό 58,4%.

Ακολουθούν η εκπαίδευση από το σχολείο με 51,7% και η τοποθέτηση περισσότερων απινιδωτών σε συνδυασμό με εκπαίδευση στην ΚΑΡΠΑ, με 42,5%.

Σε χαμηλότερα επίπεδα βρίσκονται η βελτίωση της πρόσβασης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, με 25,1%, η προώθηση υγιεινότερων τροφίμων, με 24,2%, και οι εκστρατείες ενημέρωσης, με 11,2%.

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ: Από τη Θεωρία στην Πράξη-Το Μεγάλο «Κενό» στην Πρόληψη των Καρδιαγγειακών στην Ελλάδα

Τα ευρήματα της έρευνας σκιαγραφούν μια κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίζει τη σημασία της καρδιαγγειακής υγείας, αλλά δεν έχει μετατρέψει ακόμη αυτή τη γνώση σε σταθερή  και συνειδητοποιημένη προσωπική πρόληψη και επαρκή ετοιμότητα αντιμετώπισης ενός επείγοντος περιστατικού.

Η πρόκληση δεν είναι επομένως μόνο η μετάδοση περισσότερης πληροφορίας. Είναι η μετατροπή της πληροφορίας σε προσωπική επίγνωση, σε αλλαγή καθημερινών συνηθειών, σε συστηματικό έλεγχο των παραγόντων κινδύνου και, κυρίως, σε ικανότητα άμεσης αντίδρασης όταν κάθε λεπτό μπορεί να έχει σημασία.

Η ίδια η έρευνα καταγράφει ταυτόχρονα ένα σημαντικό περιθώριο αισιοδοξίας: οι πολίτες δηλώνουν πρόθυμοι να εκπαιδευτούν στην ΚΑΡΠΑ, στηρίζουν με πολύ υψηλά ποσοστά την εκπαίδευση στα σχολεία και τάσσονται υπέρ της ενίσχυσης της πρόληψης και της παρουσίας απινιδωτών στους δημόσιους χώρους.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: η ενημέρωση υπάρχει, η διάθεση για πρόληψη υπάρχει, η κοινωνική αποδοχή για περισσότερη εκπαίδευση υπάρχει. Το ζητούμενο είναι να μειωθεί η απόσταση ανάμεσα στο γνωρίζω και στο πράττω το καλύτερο για την καρδιαγγειακή μου υγεία.

Η πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων απαιτεί συνεχή εγρήγορση, προσωπική συμμετοχή, αξιόπιστη ιατρική ενημέρωση και οργανωμένες παρεμβάσεις που θα ξεκινούν από μικρή ηλικία και θα φτάνουν μέχρι την εκπαίδευση του γενικού πληθυσμού στην αντιμετώπιση μιας καρδιακής ανακοπής.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΕ, κ. Τούτουζας με αφορμή την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της μεγάλης αυτής πανελλήνιας έρευνας αναφέρει: «Η έρευνα της ΕΚΕ αποτυπώνει με σαφήνεια την ανάγκη για ενημέρωση των πολιτών από την παιδική ηλικία. Ταυτόχρονα καταγράφει μια ισχυρή κοινωνική προσδοκία για περισσότερη πρόληψη, περισσότερη εκπαίδευση και πιο αποτελεσματική προστασία της καρδιαγγειακής υγείας στην οποία όλοι από κοινού, Πολιτεία, Επιστημονικοί φορείς και η κοινωνία των ασθενών οφείλουν να συνεργαστούν και να δράσουν αποτελεσματικά».







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ