Η αλματώδης εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης αναγκάζει πανεπιστήμια και σχολεία να ξαναδούν από την αρχή τον τρόπο με τον οποίο εξετάζουν τους μαθητές και τους φοιτητές.
Το μέτρο έχει αρχίσει να εφαρμόζεται ήδη στη Δανία με αυστηρά μέτρα παρακολούθησης οθονών και γραπτές εργασίες μόνο μέσα στις σχολικές αίθουσες.
Οι εργασίες που παραδίδονται από το σπίτι μπορεί να είναι άψογα γραμμένες, όμως δεν αποδεικνύουν πάντα ότι εκείνος που τις υπέγραψε κατανοεί το περιεχόμενό τους. Κάπως έτσι, μία από τις παλαιότερες μεθόδους αξιολόγησης, η προφορική εξέταση ή «viva voce», επιστρέφει στο προσκήνιο ως άμεση απάντηση στην αντιγραφή με AI.
Η λογική είναι απλή: ο εξεταστής μπορεί να ζητήσει από τον φοιτητή να εξηγήσει τις επιλογές του, να υπερασπιστεί ένα επιχείρημα, να εφαρμόσει μια έννοια σε νέο παράδειγμα και να απαντήσει σε συμπληρωματικές ερωτήσεις. Δεν ελέγχει μόνο το τελικό κείμενο, αλλά τη διαδρομή της σκέψης που οδήγησε σε αυτό. Το μοντέλο υιοθετούν όλο και περισσότερα ιδρύματα, ενώ στην Αυστραλία και σχολεία της Νέας Νότιας Ουαλίας στρέφονται επίσης στις προφορικές εξετάσεις για να περιορίσουν την κατάχρηση εργαλείων AI.
Από το γραπτό στην υπεράσπιση της γνώσης
Στις ΗΠΑ, η τάση ήδη παίρνει πρακτική μορφή. Στο Cornell, φοιτητές βιοϊατρικής μηχανικής καλούνται, μετά την παράδοση των ασκήσεών τους, να περάσουν από ατομική προφορική «υπεράσπιση» με ερωτήσεις τύπου Σωκρατικού διαλόγου. Στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, οι γραπτές εργασίες συνδυάζονται με προφορική εξέταση, ενώ στο NYU δοκιμάστηκε ακόμη και προφορική αξιολόγηση με φωνητικό AI agent που κάνει στοχευμένες ερωτήσεις για την ομαδική εργασία κάθε φοιτητή.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να εντοπιστεί ο παραβάτης. Πολλοί πανεπιστημιακοί θεωρούν ότι η ουσία βρίσκεται στην αποκατάσταση της προσωπικής επαφής, της λογοδοσίας και της ικανότητας του φοιτητή να διατυπώνει μόνος του μια σκέψη. Η προφορική εξέταση, όταν γίνεται σωστά, μπορεί να ενισχύσει την επικοινωνία, την επιχειρηματολογία και την αυτοπεποίθηση — δεξιότητες που δεν αποτυπώνονται πάντα σε ένα άρτιο, αλλά πιθανώς μη αυθεντικό, γραπτό.
Η προφορική εξέταση δεν είναι αλάνθαστη
Ωστόσο, η επιστροφή στις προφορικές εξετάσεις δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα. Ένας φοιτητής μπορεί να έχει προετοιμαστεί με τη βοήθεια της AI και να έχει απομνημονεύσει πειστικές απαντήσεις, ενώ ένας άλλος, που έχει δουλέψει πραγματικά μόνος του, μπορεί να «παγώσει» από το άγχος. Έρευνες δείχνουν ότι οι προφορικές εξετάσεις επιβαρύνουν ιδιαίτερα άτομα με κοινωνικό άγχος, ενώ μπορεί να αδικούν φοιτητές που εξετάζονται σε γλώσσα διαφορετική από τη μητρική τους.
Υπάρχει και το ζήτημα της ισοτιμίας. Διαφορετική διάρκεια, άλλος αριθμός ερωτήσεων ή διαφορετικός τρόπος παρέμβασης του εξεταστή μπορούν να δώσουν άνισες ευκαιρίες στους συμμετέχοντες. Γι’ αυτό απαιτούνται σαφή κριτήρια βαθμολόγησης, κοινές βασικές ερωτήσεις, χρόνος προετοιμασίας και κατάλληλες προσαρμογές για όσους τις χρειάζονται. Αλλιώς, η αξιολόγηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε τεστ άνεσης στην ομιλία και όχι σε μέτρηση πραγματικής γνώσης.
Ούτε απαγόρευση, ούτε ελεύθερη χρήση
Η διεθνής τάση δείχνει ότι τα πανεπιστήμια δεν ποντάρουν όλα σε μια ολοκληρωτική απαγόρευση. Στη Βρετανία κερδίζουν έδαφος μοντέλα που ξεχωρίζουν τις αξιολογήσεις σε «ανοιχτές», όπου η χρήση AI επιτρέπεται ή και ενθαρρύνεται, και σε «κλειστές», όπου η εξέταση γίνεται με φυσική παρουσία και επιτήρηση. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την αντιγραφή, αλλά και το πώς οι φοιτητές θα μάθουν να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη υπεύθυνα σε έναν εργασιακό κόσμο όπου θα είναι δεδομένη.
Η πιο ισορροπημένη λύση φαίνεται να είναι ο συνδυασμός: γραπτή εργασία με εμφανή στοιχεία της διαδικασίας παραγωγής της —πρόχειρα, πηγές, διορθώσεις και δήλωση χρήσης AI— και μια σύντομη συζήτηση με τον διδάσκοντα. Έτσι, η τεχνολογία δεν αντιμετωπίζεται ούτε ως απαγορευμένος καρπός ούτε ως υποκατάστατο της σκέψης, ενώ η αξιολόγηση επιστρέφει σε αυτό που οφείλει να μετρά: τι πραγματικά γνωρίζει, κατανοεί και μπορεί να υποστηρίξει ο κάθε φοιτητής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ