Ενενήντα πέντε χρόνια μετά την πρώτη προβολή της, η βωβή ρομαντική κωμωδία City Lights εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών, με το φινάλε της να αποτελεί καθοριστικό λόγο αυτής της διαχρονικής αποτίμησης.
Το έργο του Τσάρλι Τσάπλιν αναφέρεται συχνά ως παράδειγμα κινηματογραφικής τελειότητας, χάρη σε μια καταληκτική σκηνή που βασίζεται αποκλειστικά στο βλέμμα, την παύση και το συναίσθημα.
Όπως γράφει το BBC, ο ίδιος ο Τσάπλιν, όταν ρωτήθηκε το 1966 από το περιοδικό Life ποια ταινία θεωρούσε αγαπημένη του, είχε επιλέξει το City Lights, υποβαθμίζοντας ωστόσο τη σημασία του με τη φράση ότι πρόκειται απλώς για μια «σωστά δουλεμένη» ταινία. Η κριτική και η κινηματογραφική κοινότητα υπήρξαν πολύ πιο γενναιόδωρες. Από την πρεμιέρα της στο Λος Άντζελες, στις 30 Ιανουαρίου 1931, η ταινία απέσπασε εκτενή αναγνώριση, ενώ το British Film Institute την κατέταξε ήδη από το 1952 στις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.
Το φινάλε που έγραψε ιστορία
Η τελική σκηνή εκτυλίσσεται όταν ο Αλήτης επανενώνεται με τη νεαρή ανθοπώλισσα, την οποία υποδύεται η Virginia Cherrill, η οποία πλέον έχει ανακτήσει την όρασή της. Εκείνη τη στιγμή, το βλέμμα ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες και το ανοιχτό, μη οριστικό τέλος, δημιουργούν μια συναισθηματική ένταση που έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο δυνατές στιγμές στην ιστορία του σινεμά.
Σκηνοθέτες και δημιουργοί όπως οι Stanley Kubrick, Orson Welles και Andrei Tarkovsky έχουν αναφέρει το City Lights ανάμεσα στις αγαπημένες τους ταινίες, ενώ ο σεναριογράφος James Agee είχε γράψει ότι περιέχει «το σπουδαιότερο κομμάτι υποκριτικής και την υψηλότερη στιγμή στην ιστορία του κινηματογράφου».
Χρόνια δουλειάς για λίγα δευτερόλεπτα
Το αποτέλεσμα του φινάλε δεν ήταν τυχαίο. Ο Τσάπλιν δούλεψε επί χρόνια το σενάριο και τη δομή της ταινίας, ώστε η τελευταία σκηνή να λειτουργεί ως φυσική κατάληξη. Ο Αλήτης, αφού εργάζεται ως οδοκαθαριστής και πυγμάχος, καταφέρνει να εξασφαλίσει χρήματα από έναν μεθυσμένο εκατομμυριούχο και τα δίνει στην ανθοπώλισσα λίγο πριν συλληφθεί. Εκείνη πληρώνει το ενοίκιό της και υποβάλλεται σε θεραπεία που της χαρίζει την όρασή της. Μήνες αργότερα, ο Αλήτης, αποφυλακισμένος πλέον, τη βρίσκει επιτυχημένη και ανεξάρτητη, χωρίς η ταινία να αποκαλύπτει τι ακολουθεί στη ζωή τους.
Ένα τέλος ανοιχτό στην ερμηνεία
Η επιλογή του Τσάπλιν να «κόψει» την ιστορία πριν από οποιαδήποτε ξεκάθαρη κατάληξη θεωρείται καθοριστική. Κάποιοι θεατές βλέπουν στο βλέμμα της γυναίκας αποδοχή και τρυφερότητα, άλλοι πιστεύουν ότι το κοινωνικό χάσμα δεν γεφυρώνεται ποτέ. Αυτή ακριβώς η αμφισημία έχει επιτρέψει στο City Lights να παραμένει επίκαιρο και αντικείμενο συζήτησης για δεκαετίες.
Επιρροή σε γενιές δημιουργών
Το τελευταίο πλάνο της ταινίας έχει επηρεάσει αμέτρητα φιλμ, από το The 400 Blows έως το Moonlight, αλλά και πιο άμεσες αναφορές όπως το Manhattan του Woody Allen ή ακόμη και το φινάλε του Monsters, Inc. της Pixar. Η δύναμή του έγκειται στη λιτότητα: λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς λόγια, που όμως συνοψίζουν μια ολόκληρη διαδρομή χαρακτήρων και συναισθημάτων.
Παρά το υψηλό για την εποχή κόστος παραγωγής και το γεγονός ότι κυκλοφόρησε σε μια περίοδο που ο ομιλών κινηματογράφος είχε ήδη κυριαρχήσει, το City Lights γνώρισε εμπορική επιτυχία και με τον χρόνο καθιερώθηκε ως το πιο αγαπημένο έργο του Τσάπλιν. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, το τελευταίο του πλάνο εξακολουθεί να θεωρείται σημείο αναφοράς, αποδεικνύοντας ότι η σιωπή, όταν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να είναι πιο εύγλωττη από κάθε διάλογο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ