Το 1816, οι Ηνωμένες Πολιτείες ξεκίνησαν την κατασκευή ενός οχυρού στο Island Point, βόρεια της περιοχής Rouses Point, στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Στόχος ήταν να ελέγχουν την είσοδο στη λίμνη Σαμπλέν (Lake Champlain) από τον ποταμό Ρισελιέ και να προστατεύσουν την περιοχή από ενδεχόμενη επίθεση από τον βορρά.
Το σχέδιο, ωστόσο, δεν εξελίχθηκε όπως υπολόγιζαν οι Αμερικανοί. Κατά τη διάρκεια των εργασιών, ένα συνεργείο τοπογράφων διαπίστωσε ότι η αρχική χάραξη των συνόρων ήταν λανθασμένη και ότι η έκταση στην οποία κατασκευαζόταν το οχυρό ανήκε στον βρετανικό Καναδά. Οι εργασίες διακόπηκαν το 1819, αφήνοντας πίσω ένα ανολοκλήρωτο οχυρό. Το περιστατικό τού χάρισε την ονομασία «Fort Blunder», δηλαδή «Οχυρό της Γκάφας», με την οποία έμεινε γνωστό στην ιστορία.
Το λάθος στα σύνορα και η συμφωνία που έδωσε λύση
Το ζήτημα επανήλθε το 1836, όταν η αμερικανική κυβέρνηση εξέτασε ξανά την ανάγκη κατασκευής οχυρώσεων για την προστασία της πρόσβασης στη λίμνη Σαμπλέν. Η οριστική λύση, ωστόσο, ήρθε με τη Συνθήκη Webster-Ashburton, που υπογράφηκε το 1842 μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας. Η συμφωνία διευθέτησε τη συνοριακή διαφορά και επιβεβαίωσε ότι το Island Point βρισκόταν τελικά στην αμερικανική πλευρά. Έτσι, στις 13 Ιουλίου 1844 ξεκίνησαν οι εργασίες για την κατασκευή ενός νέου οχυρού στο ίδιο σημείο. Αυτή τη φορά, το έργο έλαβε την ονομασία «Fort Montgomery», προς τιμήν του Αμερικανού στρατηγού Ρίτσαρντ Μοντγκόμερι, ο οποίος σκοτώθηκε κατά την επίθεση στο Κεμπέκ το 1775.
Το φρούριο σχεδιάστηκε ώστε να καταλαμβάνει έκταση περίπου ενός εκταρίου και να έχει δυνατότητα φιλοξενίας έως και 800 στρατιωτών. Η κατασκευή του προχωρούσε με αργούς ρυθμούς, μέχρι που ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος έδωσε νέα ώθηση στις εργασίες. Οι φόβοι για πιθανές επιδρομές υποστηρικτών των Συνομοσπονδιακών από την περιοχή του Μόντρεαλ ενίσχυσαν την ανάγκη ολοκλήρωσης της οχύρωσης.
Ένα οχυρό με πυροβόλα, αλλά χωρίς στρατιώτες
Το Fort Montgomery είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί το 1872, με όλα τα προβλεπόμενα πυροβόλα του εγκατεστημένα. Παρά τον ισχυρό αμυντικό του σχεδιασμό, δεν φιλοξένησε ποτέ στρατιωτική φρουρά και δεν χρησιμοποιήθηκε σε κάποια πολεμική σύγκρουση. Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα πυροβόλα απομακρύνθηκαν από τις εγκαταστάσεις, ενώ περίπου το 1920 το αμερικανικό υπουργείο Πολέμου σταμάτησε να επιβλέπει το οχυρό. Χωρίς την απαραίτητη συντήρηση, το συγκρότημα άρχισε σταδιακά να φθείρεται, ενώ υπέστη και ζημιές από βανδαλισμούς.
Περίπου μία δεκαετία αργότερα, η έκταση πουλήθηκε στον εργολάβο ο οποίος κατασκεύαζε τη γέφυρα που συνδέει το Rouses Point με το Βερμόντ. Μέρος των λίθων του οχυρού χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της πρόσβασης στη γέφυρα, με αποτέλεσμα να καταστραφεί περίπου το μισό των εξωτερικών τειχών του. Σήμερα, τα ερείπια που έχουν απομείνει βρίσκονται σε ιδιωτική έκταση και είναι ορατά από τη γέφυρα που συνδέει τη Νέα Υόρκη με το Βερμόντ.
Το Fort Blunder παραμένει ένα από τα πιο παράδοξα επεισόδια της αμερικανικής στρατιωτικής ιστορίας, καθώς ένα οχυρό που κατασκευάστηκε για να προστατεύσει τα σύνορα από μια πιθανή εισβολή, αλλά χρειάστηκε να σταματήσει να χτίζεται επειδή βρισκόταν στην άλλη πλευρά τους. Και όταν τελικά κατασκευάστηκε ξανά, δεν χρειάστηκε ποτέ να πολεμήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ