Ένα παλιό πυρηνικό καταφύγιο στον Καναδά, που κατασκευάστηκε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου για να προστατεύσει κυβερνητικούς αξιωματούχους σε περίπτωση πυρηνικής επίθεσης, μετατρέπεται σε ένα υπερπολυτελές συγκρότημα κατοικιών, σχεδιασμένο ώστε να προσφέρει ασφάλεια και αυτάρκεια σε περιόδους κρίσεων.
Το φιλόδοξο έργο περιλαμβάνει 50 κατοικίες υψηλών προδιαγραφών, εγκαταστάσεις ευεξίας, 24ωρη επιτήρηση και ιδιωτικές υπηρεσίες, ενώ έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον αγοραστών από όλο τον κόσμο.
Από στρατιωτική βάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε καταφύγιο πολυτελείας
Το επιχειρηματικό πάρκο του Ντέμπερτ, περίπου 113 χιλιόμετρα βόρεια του Χάλιφαξ στη Νέα Σκωτία του Καναδά, βρίσκεται σε μια περιοχή που κάποτε αποτελούσε στρατιωτική βάση όπου εκπαιδεύονταν χιλιάδες στρατιώτες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, η περιοχή χαρακτηρίζεται από παλιά κτίρια, άδειους χώρους στάθμευσης και δάση κωνοφόρων.
Στην άκρη του πάρκου δεσπόζει ένα υπόγειο πυρηνικό καταφύγιο επιφάνειας περίπου 6.000 τετραγωνικών μέτρων, γνωστό ως «Ντιφενμπάνκερ», το οποίο σχεδιάζει να μετατρέψει σε πολυτελές συγκρότημα κατοικιών ο Καναδός επιχειρηματίας των κρυπτονομισμάτων, Τζόναθαν Μπαχάι.
Το έργο, που διαχειρίζεται η εταιρεία Fallout Complex Inc., προβλέπει τη δημιουργία 50 κατοικιών ανθεκτικών σε κάθε είδους κρίση. Οι εγκαταστάσεις θα διαθέτουν γκουρμέ εστιατόριο με τρόφιμα από αυτάρκη παραγωγή, βιομετρικό σύστημα πρόσβασης, 24ωρη επιτήρηση, ιατρικές υπηρεσίες εντός του συγκροτήματος, ενώ όσοι διαθέτουν ιδιωτικά αεροσκάφη θα μπορούν να χρησιμοποιούν το κοντινό αεροδρόμιο του Ντέμπερτ.
Από κέντρο ψυχαγωγίας σε καταφύγιο κρίσεων
Ο Τζόναθαν Μπαχάι αγόρασε το καταφύγιο το 2013 έναντι 31.300 καναδικών δολαρίων. Αρχικά είχε εξετάσει διαφορετικές χρήσεις για τον χώρο, όπως λέιζερ ταγκ, ιστορικές ξεναγήσεις και τη λειτουργία ενός μικρού κέντρου δεδομένων.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον συνιδιοκτήτη του έργου, Πολ Μάνσφιλντ, η αυξανόμενη διεθνής αβεβαιότητα άλλαξε τα δεδομένα.
«Υπάρχει μεγαλύτερη αβεβαιότητα στον κόσμο τα τελευταία δύο χρόνια απ’ ό,τι τα προηγούμενα 30. Αυτό οδήγησε σε μια αναγέννηση της ανάγκης των ανθρώπων να έχουν ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο», δήλωσε πέρυσι στο τοπικό δημοτικό συμβούλιο, αναφερόμενος στην αυξημένη ζήτηση για καταφύγια επιβίωσης.
Για την ασφάλεια του συγκροτήματος θα συνεργαστεί η γερμανική εταιρεία Bespoke Home and Yacht Security, η οποία, σύμφωνα με τον Μάνσφιλντ, έχει προσφέρει υπηρεσίες ασφαλείας στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, και στην τηλεπερσόνα, Κιμ Καρντάσιαν, χωρίς ωστόσο να δημοσιοποιεί τη λίστα των πελατών της.
Μεταξύ των μέτρων ασφαλείας που προτείνονται είναι η χρήση drones για τη συνεχή επιτήρηση της περιμέτρου του συγκροτήματος.
Σπα, γιόγκα, σαλόνι πούρων και τεχνητό φυσικό φως
Τα σχέδια ανακαίνισης περιλαμβάνουν επίσης σπα, αίθουσα γιόγκα, σαλόνι πούρων και φωτισμό OLED που θα προσομοιώνει το φυσικό φως. Σε παρακείμενο υπέργειο καταφύγιο θα καλλιεργούνται τρόφιμα για την κάλυψη των αναγκών των ενοίκων.
Μέχρι στιγμής έχουν ήδη πωληθεί 11 κατοικίες, ενώ όταν οι ιδιοκτήτες δεν τις χρησιμοποιούν, θα ενοικιάζονται ως δωμάτια ξενοδοχείου και τα έσοδα θα μοιράζονται μεταξύ των ιδιοκτητών. Τόσο η τιμή αγοράς όσο και το κόστος διαμονής παραμένουν απόρρητα.
Όπως διευκρίνισε ο Μάνσφιλντ, αν ένας ιδιοκτήτης χρειαστεί να χρησιμοποιήσει το καταφύγιο λόγω έκτακτης ανάγκης, οι επισκέπτες του ξενοδοχείου θα αποχωρούν άμεσα.
Η ιστορία του «Ντιφενμπάνκερ»
Ο πρώην πρωθυπουργός του Καναδά Τζον Ντιφενμπέικερ είχε κατασκευάσει επτά τέτοιου είδους καταφύγια από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960, με σκοπό να στεγάσουν βασικά κυβερνητικά στελέχη σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου.
Το καταφύγιο του Ντέμπερτ είχε σχεδιαστεί ώστε να αντέχει σε έκρηξη πυρηνικής βόμβας σε μικρή απόσταση και να φιλοξενεί 329 άτομα για τουλάχιστον 30 ημέρες.
Ωστόσο, όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή τους, η εξέλιξη των πυραυλικών συστημάτων και η αυξημένη ισχύς των πυρηνικών όπλων είχαν ήδη καταστήσει τα καταφύγια ξεπερασμένα. Έτσι, το συγκεκριμένο χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως επαρχιακό κέντρο προειδοποίησης εκτάκτων αναγκών, μέχρι που έκλεισε το 1996 για λόγους εξοικονόμησης πόρων.
«Δεν είναι καταφύγιο της Αποκάλυψης»
Ο Τζόναθαν Μπαχάι απορρίπτει τον χαρακτηρισμό «καταφύγιο της Αποκάλυψης», τονίζοντας ότι, παρότι κατασκευάστηκε για να αντέχει σχεδόν σε κάθε καταστροφή, ο στόχος του έργου είναι η πρακτική προετοιμασία απέναντι σε κάθε μορφή φυσικής κρίσης.
Όπως ανέφερε, όταν ο τυφώνας Φιόνα έπληξε τη Νέα Σκωτία το 2022, άνοιξε το καταφύγιο στους εργαζομένους του και στις οικογένειές τους.
«Είναι εντελώς αυτόνομο και αυτάρκες. Αν μια μεγάλη καταιγίδα πλήξει τις κατοικίες, οι ιδιοκτήτες γνωρίζουν ότι έχουν εγγυημένα έναν ζεστό και ασφαλή χώρο με ρεύμα, τρόφιμα και όλα όσα χρειάζονται», δήλωσε.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι το έργο θα ενισχύσει σημαντικά την τοπική οικονομία, καθώς θα λειτουργήσει τόσο ως τουριστικός προορισμός όσο και ως κέντρο δεδομένων παγκόσμιου επιπέδου.
Το κέντρο δεδομένων και οι νέες θέσεις εργασίας
Το υπάρχον κέντρο δεδομένων πρόκειται να επεκταθεί στα περίπου 1.400 τετραγωνικά μέτρα, αξιοποιώντας σύγχρονες τεχνολογίες για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και την παροχή υψηλής ασφάλειας στους πελάτες του, σύμφωνα με το BBC.
Το έργο αναμένεται να ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους και θα δημιουργήσει περισσότερες από 40 θέσεις εργασίας στον ξενοδοχειακό τομέα, καθώς και νέες θέσεις για τη λειτουργία του κέντρου δεδομένων, με προτεραιότητα στην πρόσληψη κατοίκων της περιοχής.
Λίγες αντίστοιχες εγκαταστάσεις έχουν απομείνει στον Καναδά
Τα περισσότερα αντίστοιχα καταφύγια στον Καναδά έχουν διαφορετική τύχη. Το καταφύγιο στο Μπόρντεν του Οντάριο παραμένει κλειστό, εκείνο στο Σάιλο της Μανιτόμπα βρίσκεται θαμμένο υπόγεια, το καταφύγιο της Ναναΐμο στη Βρετανική Κολομβία πλημμύρισε σκόπιμα ύστερα από χρόνια εγκατάλειψης, ενώ στο Πένχολντ της Αλμπέρτα κατεδαφίστηκε λόγω φόβων ότι θα αγοραζόταν από τη συμμορία Hells Angels.
Δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για το κόστος κατασκευής του καταφυγίου του Ντέμπερτ, όμως ένα αντίστοιχο καταφύγιο στη Ναναΐμο κόστισε την εποχή εκείνη από δύο έως τρία εκατομμύρια καναδικά δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 30 εκατομμύρια καναδικά δολάρια. Η ετήσια συντήρηση του «Ντίφενμπάνκερ» ανέρχεται σήμερα σε περίπου 60.000 καναδικά δολάρια.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Γουέσεξ, που ασχολείται με τη διατήρηση της κληρονομιάς των βρετανικών καταφυγίων του Ψυχρού Πολέμου, οι πιθανές χρήσεις τέτοιων εγκαταστάσεων περιορίζονται κυρίως στον τουρισμό, σε εγκαταστάσεις υψηλής ασφαλείας και σε κέντρα δεδομένων.
Η αγορά των καταφυγίων γνωρίζει άνθηση
Στις Ηνωμένες Πολιτείες παρατηρείται έντονη ανάπτυξη της αγοράς καταφυγίων, η οποία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης βιομηχανίας προετοιμασίας για καταστροφές, με εκτιμώμενη αξία τουλάχιστον 500 εκατομμυρίων δολαρίων. Ανάλογα με τις εκτιμήσεις, από 20 έως περισσότερα από 70 εκατομμύρια Αμερικανοί προετοιμάζονται για πιθανά καταστροφικά γεγονότα, ενώ κατασκευάζονται ακόμη και κατοικίες με ενσωματωμένα καταφύγια.
Παράλληλα, παλιές στρατιωτικές εγκαταστάσεις μετατρέπονται ολοένα και συχνότερα σε ιδιωτικές επενδύσεις. Στους Μαύρους Λόφους της Βιρτζίνια, μια πρώην βάση της Πολεμικής Αεροπορίας έχει μετατραπεί στο συγκρότημα κατοικιών Vivos, ενώ στο Κάνσας δημιουργήθηκε το συγκρότημα Atlas Survival Condo μέσα σε πρώην σιλό πυραύλων του αμερικανικού στρατού.
Οι αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας
Παρά το επιχειρηματικό ενδιαφέρον, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις στην τοπική κοινωνία. Η γραμματέας του Στρατιωτικού Μουσείου του Ντέμπερτ, Ανέτ Σαρπ, εξέφρασε τη λύπη της επειδή ένα σημαντικό ιστορικό μνημείο περνά πλέον σε ιδιωτικά χέρια και δεν θα είναι εύκολα προσβάσιμο στους επισκέπτες του μουσείου.
Όπως υπενθύμισε, μετά το κλείσιμο της στρατιωτικής βάσης ο πληθυσμός του Ντέμπερτ μειώθηκε από περισσότερους από 60.000 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτών, σε περίπου 1.400 κατοίκους σήμερα, ενώ μεγάλο μέρος των εγκαταστάσεων έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Πρόσθεσε επίσης ότι τα διαμερίσματα στην περιοχή ενοικιάζονται μόλις με περίπου 2.000 καναδικά δολάρια.
Η δημοτική σύμβουλος, Μαρί Μπενουά, εξέφρασε ανησυχία ότι οι ιδιαίτερα υψηλές τιμές του ξενοδοχείου δεν θα είναι προσιτές στους κατοίκους της περιοχής.
Από την πλευρά της, η δήμαρχος του Ντέμπερτ Μπλερ χαρακτήρισε το έργο «μοναδικό» για την περιοχή, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχουν αντιδράσεις από τους κατοίκους απέναντι στην επένδυση.
Ο ιδιοκτήτης της πιτσαρίας Angelina’s Pizzeria, Φάντι Φάρα, δήλωσε ότι ελπίζει πως το έργο θα δώσει νέα ώθηση στην τοπική οικονομία, όπως είχε συμβεί όταν το καταφύγιο φιλοξενούσε αγώνες λέιζερ ταγκ. Με χιούμορ πρόσθεσε πως, αν ποτέ χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί το καταφύγιο σε πραγματική κρίση, θα βρίσκεται εκεί για να μαγειρεύει για όσους θα βρίσκονται μέσα.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ