Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Τι προβλέπει η συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας για το ντίζελ και ποια ερωτήματα παραμένουν – Γιατί οι αναλυτές αμφισβητούν τις υποσχέσεις του Τραμπ


Η προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να περιορίσει το κόστος των καυσίμων ανοίγει νέο πεδίο ενεργειακής συνεργασίας με τη Μόσχα, προκαλώντας ταυτόχρονα αναταράξεις στη δυτική πολιτική πίεσης κατά της Ρωσίας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, συμφωνία για τη διοχέτευση εκατομμυρίων τόνων ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και τη διεθνή αγορά.

Η εξαγγελία συνοδεύτηκε από αμερικανική άδεια που επιτρέπει σχετικές συναλλαγές, αλλά και από έντονες αντιδράσεις της Ουκρανίας και μελών του Κογκρέσου.


Στον πυρήνα της συμφωνίας βρίσκεται η υπόσχεση του Τραμπ για γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών. Ωστόσο, απουσιάζουν κρίσιμες λεπτομέρειες για τις παραδόσεις και τους εμπορικούς όρους. Οι αναλυτές της ενέργειας κρατούν επιφυλάξεις: πρόσθετα φορτία μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, χωρίς να εξασφαλίζουν τη μεγάλη πτώση που προαναγγέλλει ο Λευκός Οίκος.

Εκατομμύρια τόνοι, χωρίς πλήρες χρονοδιάγραμμα

Σύμφωνα με όσα γνωστοποίησε ο Τραμπ μέσω του Truth Social, η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ. Προβλέπονται ακόμη 500.000 τόνοι μέσα στον Νοέμβριο και ένα εκατομμύριο τόνοι αμέσως μετά. Επιπλέον, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε άλλους τρεις εκατομμύρια τόνους σε σύντομο χρονικό διάστημα, συνδέοντας όμως αυτή την ποσότητα με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων. Εφόσον υλοποιηθούν όλες οι εξαγγελίες, το σύνολο ξεπερνά τα 4,8 εκατομμύρια τόνους.

Η ανακοίνωση αφορά τόσο την αμερικανική όσο και την παγκόσμια αγορά, χωρίς να διευκρινίζει πόσο καύσιμο θα καταλήξει σε κάθε προορισμό. Δεν προσδιορίζει επίσης συγκεκριμένες ημερομηνίες για όλες τις επόμενες αποστολές. Επομένως, οι συνολικές ποσότητες αποτελούν ανακοινωθέν σχέδιο προμηθειών, η εφαρμογή του οποίου απομένει να φανεί στην πράξη.

Ο Τραμπ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στους αγρότες, τους κτηνοτρόφους και τους οδηγούς φορτηγών, παρουσιάζοντας τη μείωση του ενεργειακού κόστους ως κορυφαία προτεραιότητά του. Συνέδεσε, παράλληλα, την προσφορά ρωσικού καυσίμου με τους ισχυρισμούς του για τον αμερικανικό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και επανέλαβε ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Οι αναφορές αυτές εντάσσουν την ενεργειακή εξαγγελία στο ευρύτερο πλαίσιο των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.


Το άνοιγμα στις κυρώσεις έως τον Απρίλιο

Το άμεσο, χειροπιαστό βήμα της Ουάσινγκτον ήταν η έκδοση της Γενικής Άδειας 135 από την υπηρεσία ελέγχου ξένων περιουσιακών στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, την OFAC. Το επίσημο κείμενο, με ημερομηνία 9 Οκτωβρίου, επιτρέπει συναλλαγές που σχετίζονται με την πώληση, την παράδοση, την εκφόρτωση και την εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες, έως τις 7 Απριλίου 2027.

Πρόκειται για συγκεκριμένη, προσωρινή εξαίρεση στο καθεστώς των αμερικανικών κυρώσεων. Το πεδίο της άδειας αφορά το ντίζελ και τις συναλλαγές που περιγράφονται στο κείμενό της. Προβλέπει, μάλιστα, ότι δεν επιτρέπονται χρεώσεις σε λογαριασμούς της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, του Εθνικού Ταμείου Πλούτου ή του υπουργείου Οικονομικών της Ρωσίας που τηρούνται σε αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς οι ΗΠΑ είχαν απαγορεύσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Όπως επισημαίνει το Associated Press, η νέα κίνηση έρχεται επίσης λίγες εβδομάδες μετά την υπογραφή νόμου για την ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Μόσχας.

Η πίεση των τιμών και τα προβλήματα των διυλιστηρίων

Η ανακοίνωση γίνεται λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με το Reuters, η μέση τιμή του ντίζελ είχε φθάσει τα 6,28 δολάρια το γαλόνι στις 8 Οκτωβρίου, ενώ οι τιμές είχαν αυξηθεί περίπου 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου. Μετά την εξαγγελία, τα αμερικανικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ υποχώρησαν σχεδόν 5%. Η αρχική αντίδραση της αγοράς, πάντως, δεν εξασφαλίζει αντίστοιχη και διαρκή μείωση στην αντλία λέει το Reuters.

Το βασικό ερώτημα αφορά τις πραγματικές δυνατότητες της ρωσικής παραγωγής. Η S&P Global καταγράφει ότι, στα τέλη Σεπτεμβρίου, σχεδόν η μισή δυναμικότητα διύλισης της Ρωσίας παρέμενε εκτός λειτουργίας. Οι ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν πλήξει τις εγκαταστάσεις, περιορίζοντας την παραγωγική ικανότητα και δυσκολεύοντας την ανάκαμψη των εξαγωγών. Στην ίδια ανάλυση επισημαίνεται ότι οι συνεχιζόμενες επιθέσεις και οι αυξημένες εγχώριες ανάγκες της περιόδου συγκομιδής δημιουργούν εμπόδια στην επιστροφή των εξαγωγών στα προγενέστερα επίπεδα.

Ήδη στις 2 Οκτωβρίου, ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Αλεξάντρ Νόβακ είχε συνδέσει την πιθανότητα μερικού ανοίγματος των εξαγωγών με την επανεμφάνιση παραγωγικού πλεονάσματος. Τότε, σύμφωνα με τη S&P Global, η απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ παρέμενε σε ισχύ έως τα τέλη Οκτωβρίου, με μεγαλύτερη διάρκεια για ορισμένες κατηγορίες εμπόρων. Η κάλυψη της εσωτερικής αγοράς αποτελούσε, συνεπώς, προϋπόθεση για την επανεκκίνηση των εξαγωγών.

Η Μόσχα χαιρετίζει, οι αναλυτές κρατούν επιφυλάξεις

Η ρωσική πλευρά αντιμετώπισε θετικά το άνοιγμα. Ο ειδικός απεσταλμένος του Πούτιν, Κίριλ Ντμίτριεφ, υποστήριξε ότι η ενεργειακή συνεργασία Ρωσίας και ΗΠΑ θα ωφελήσει τον κόσμο και ότι η οικονομική συνεργασία των δύο χωρών θα συνεχιστεί.

Το Κρεμλίνο επιβεβαίωσε την προθυμία της Ρωσίας να προμηθεύσει την αμερικανική και τη διεθνή αγορά με πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η S&P Global, η ρωσική ανακοίνωση δεν επιβεβαίωσε τις συγκεκριμένες ποσότητες των 4,8 εκατομμυρίων τόνων που παρουσίασε ο Τραμπ ούτε παρέθεσε αναλυτικό πρόγραμμα παραδόσεων.

Οι επιφυλάξεις των ειδικών εστιάζουν στο αν η συμφωνία προσθέτει ουσιαστικά νέο καύσιμο στην παγκόσμια αγορά. Ο Μάικλ Λιντς, του Energy Policy Research Foundation, εξήγησε στο Associated Press ότι η μεταφορά ρωσικών φορτίων προς τις ΗΠΑ μπορεί απλώς να αναγκάσει άλλους αγοραστές να αναζητήσουν προμήθειες αλλού. Ο Ντάνιελ Στέρνοφ, του Columbia Center on Global Energy Policy, εκτίμησε ότι πρόσθετες εξαγωγές θα μπορούσαν να μετριάσουν την πίεση, χωρίς να εξαλείψουν τα προβλήματα προσφοράς που συνδέονται με τις διαταραχές στο Ορμούζ.

Αδιευκρίνιστοι παραμένουν και οι οικονομικοί όροι. Σύμφωνα με το Associated Press, ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε άμεσα σε ερωτήματα για το ποιος θα πληρώσει τα φορτία και πότε θα είναι διαθέσιμα, ενώ ο Γιούρι Ουσακόφ δεν διευκρίνισε εάν υπήρξαν αμερικανικά ανταλλάγματα.

Οργή Ζελένσκι και αντιδράσεις στην Ουάσινγκτον

Για το Κίεβο, η συμφωνία αποτελεί υποχώρηση της πίεσης προς τη Ρωσία σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος συνεχίζεται. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι προειδοποίησε ότι η δυνατότητα πώλησης περισσότερων πετρελαϊκών προϊόντων θα εξασφαλίσει στη Μόσχα πόρους για να παρατείνει τις πολεμικές επιχειρήσεις. «Τα δώρα προς τον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη», ανέφερε στην ανάρτησή του, απορρίπτοντας την προσδοκία ότι οι ενεργειακές παραχωρήσεις μπορούν από μόνες τους να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση.

Ο Ουκρανός πρόεδρος αντιπρότεινε αμοιβαία βήματα για την προστασία των ενεργειακών υποδομών. Δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι έτοιμη να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια εφόσον η Ρωσία παύσει να καταστρέφει τις ουκρανικές ενεργειακές εγκαταστάσεις. Κατά τον ίδιο, αυτή θα ήταν μια συμφωνία πραγματικής αποκλιμάκωσης, στηριγμένη στην αμοιβαιότητα και με δυνατότητα αμερικανικής παρέμβασης για την επίτευξή της.

Σφοδρή ήταν και η αντίδραση των Δημοκρατικών γερουσιαστών Τσακ Σούμερ, Τζιν Σαχίν και Ελίζαμπεθ Γουόρεν. Σε κοινή ανακοίνωση χαρακτήρισαν την εξάμηνη διευκόλυνση των αγορών ρωσικού ντίζελ προδοσία της Ουκρανίας, των ευρωπαϊκών συμμάχων και της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας. Υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση στρέφεται στη Μόσχα για να περιορίσει το ενεργειακό κόστος που έχει επιβαρύνει τους Αμερικανούς εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν, προσφέροντας παράλληλα έσοδα στη ρωσική πολεμική μηχανή.

Οι τρεις γερουσιαστές έθεσαν επίσης ζήτημα πολιτικής συνέπειας, επισημαίνοντας ότι το Κογκρέσο είχε μόλις εγκρίνει μέτρα για τον περιορισμό των ρωσικών ενεργειακών εσόδων. Η αντιπαράθεση αναδεικνύει το δίλημμα που δημιουργεί η συμφωνία για την Ουάσινγκτον: η επιδίωξη χαμηλότερων τιμών συνοδεύεται από χαλάρωση ενός βασικού εργαλείου οικονομικής πίεσης κατά της Μόσχας.

Ενεργειακή συμφωνία στη σκιά των ειρηνευτικών επαφών

Η εξαγγελία συνέπεσε με νέο γύρο επαφών για το Ουκρανικό στο Μαϊάμι. Σύμφωνα με το Reuters, εκπρόσωποι των ΗΠΑ, της Ουκρανίας και ευρωπαϊκών χωρών συζήτησαν επί έξι ώρες την Παρασκευή, με στόχο τη διαμόρφωση κοινής πρότασης που θα μπορούσε να παρουσιαστεί στη Ρωσία μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Στις συναντήσεις συμμετείχαν οι Αμερικανοί απεσταλμένοι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, καθώς και εκπρόσωποι της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με τον εξειδικευμένο ιστότοπο.

Κατά την ίδια πηγή, στην ατζέντα περιλαμβάνονταν εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία, σχέδιο για τη μεταπολεμική οικονομία της, η ευρωπαϊκή της προοπτική και ιδέες για το εδαφικό ζήτημα, χωρίς να δημοσιοποιηθούν λεπτομέρειες. Ο Ζελένσκι εξέφρασε την ανησυχία ότι η παρουσία της ουκρανικής αντιπροσωπείας χρησιμοποιείται ως προπέτασμα για αποφάσεις που ωφελούν τη Μόσχα. Η ενεργειακή συμφωνία προσθέτει έτσι ακόμη ένα δύσκολο θέμα στις διαπραγματεύσεις, την ώρα που παραμένει ανοικτό τόσο το ζήτημα της εφαρμογής της όσο και το πραγματικό όφελος για τους καταναλωτές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ