Όλοι έχουμε βρεθεί στην άβολη θέση του να μην ξέρουμε τι να πούμε. Ο "κανόνας των 3 λεπτών" είναι η λύση που χρειάζεσαι.
Βρίσκεται σε μια επαγγελματική εκδήλωση. Τριγύρω σου βλέπεις γνωστούς φυσιογνωμικά ανθρώπους, ωστόσο κανένας δεν σου είναι τόσο οικείος, ώστε να συζητήσεις μαζί του. Μέσα στο πλήθος υπάρχουν, προφανώς, και πολλοί άγνωστοι. Κάπως έτσι, καταλήγεις είτε να παραμείνεις σιωπηλός είτε να συζητάς για άκυρα και μηδενικού ενδιαφέροντος θέματα, που όλοι καταλαβαίνετε πως λέγονται απλώς για να ειπωθούν.
Αν αυτό που μόλις περιέγραψα, συγκαταλέγεται στα βιώματά σου, σε καταλαβαίνω απόλυτα. Από τη μία νιώθεις αμηχανία, από την άλλη ντροπή και μέσα στη συναισθηματική σύγχυση “χτυπάει” και το κοινωνικό άγχος την πόρτα. Μπορεί αυτή τη στιγμή το πρόβλημα να μοιάζει άλυτο και το επίπεδο δυσκολίας να αγγίζει τον Όλυμπο, όμως δεν χρειάζεται να πανικοβάλλεσαι.
Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, υπάρχει τρόπος να αντιμετωπίσεις αυτή την κατάσταση, κάνοντας, μάλιστα, κάτι πολύ απλό. Ερωτήματα τύπου «πώς πάει η δουλειά;», «τι κάνει η οικογένεια;», «όλα εντάξει στο σπίτι;» μπορούν να απαντηθούν μονολεκτικά και να «κλείσουν» μια συζήτηση πριν καν αρχίσει. Οι ειδικοί, λοιπόν, συνιστούν να υιοθετήσεις τον “κανόνα των τριών λεπτών”, ο οποίος θα σε βγάλει ασπροπρόσωπο σε κάθε τέτοια περίσταση.
Ποιος είναι ο “κανόνας των 3 λεπτών”
Η ιδέα είναι απλή: αντί να προσπαθείς να βρεις την τέλεια ερώτηση για να ξεκινήσεις μια συζήτηση, πρέπει να έχεις πρόχειρες δύο-τρεις μικρές ιστορίες που μπορείς να μοιραστείς. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι εντυπωσιακό ή ιδιαίτερα προσωπικό. Μπορεί να είναι ένα αστείο περιστατικό που σου συνέβη το πρωί, κάτι περίεργο που παρατήρησες στον δρόμο, μια αποτυχημένη συνταγή που δοκίμασες ή μια απρόσμενη συνάντηση που είχες μέσα στην ημέρα.
Η νευροψυχολόγος Julia DiGangi εξηγεί, ότι δεν χρειάζεται να έχεις μια συγκλονιστική ιστορία για να κερδίσεις το ενδιαφέρον του άλλου. Αρκεί να μπορείς να πεις κάτι που έχει μια μικρή πλοκή και, κυρίως, να το κάνεις σύντομα. Μάλιστα, προτείνει ακόμη και μια απλή φράση όπως «θες να σου πω μια ιστορία;» ως έναν φυσικό τρόπο για να ανοίξει η συζήτηση.
Το σημαντικό είναι, η ιστορία να λειτουργεί ως αφορμή και όχι ως μονόλογος. Αφού την ολοκληρώσεις, μπορείς να δώσεις ξανά τον λόγο στον συνομιλητή σου με μια ανοιχτή ερώτηση που συνδέεται με όσα μόλις είπες. Αν, για παράδειγμα, αναφέρεις ότι προσπάθησες να φτιάξεις ένα καινούργιο φαγητό και κατέληξε σε μαγειρική καταστροφή, μπορείς να ρωτήσεις τον άλλον αν μαγειρεύει ή ποιο είναι το φαγητό που δεν πετυχαίνει ποτέ.
Το πιο σημαντικό κομμάτι του «κανόνα» είναι το εξής: δεν χρειάζεται να μιλάς ασταμάτητα για να είσαι καλός συνομιλητής. Πρέπει, όμως, να ξέρεις να ακούς. Όταν ο άλλος αρχίσει να μιλά, άφησε στην άκρη την αγωνία για το τι θα πεις μετά και δώσε προσοχή σε αυτά που σου λέει. Η ενεργητική ακρόαση, σύμφωνα με ψυχολόγους, μπορεί να σε βοηθήσει να μειώσεις το άγχος της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ταυτόχρονα να καταλάβεις καλύτερα τον άνθρωπο απέναντί σου.
Οπότε, την επόμενη φορά που θα βρεθείς σε ένα πάρτι, σε μια επαγγελματική εκδήλωση ή ακόμη και σε ένα τραπέζι όπου δεν γνωρίζεις καλά τους υπόλοιπους, μην ψάξεις την «τέλεια» ατάκα για να κερδίσεις τους γύρω σου. Σκέψου απλώς μια μικρή, καθημερινή ιστορία που μπορείς να μοιραστείς. Τρία λεπτά αρκούν για να ανοίξει μια συζήτηση. Από εκεί και πέρα, άφησέ την να εξελιχθεί φυσικά.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ