Η άρνηση των Ευρωπαίων να βάλουν τα έντομα στο πιάτο τους δεν είναι ένα απλό πολιτισμικό κόλλημα, αλλά το αποτέλεσμα μιας σκληρής εξίσωσης επιβίωσης, ενέργειας και βιολογίας. Στα ψυχρά και εύκρατα κλίματα της Ευρώπης, όπως και της βόρειας ή κεντρικής Ασίας, τα έντομα ήταν πάντα λιγοστά, εποχικά και διασκορπισμένα.
Για να μαζέψει ένας άνθρωπος μια χούφτα από αυτά, ξόδευε περισσότερες θερμίδες στο κυνήγι τους από όσες θα κέρδιζε τρώγοντάς τα. Αντίθετα, στις τροπικές ζώνες της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής, η τεράστια βιομάζα κοινωνικών εντόμων, όπως οι τερμίτες και οι ακρίδες, εξασφάλιζε πλούσια τροφή όλο τον χρόνο με ελάχιστο κόπο.
Όταν πριν από 9.000 χρόνια εξαπλώθηκε η γεωργία, οι κάτοικοι της Ευρασίας απέκτησαν σταθερές καλλιέργειες και εγκατέλειψαν οριστικά τα έντομα. Αυτή η διατροφική επιλογή άλλαξε το ίδιο το σώμα τους. Τα γονίδια που παρήγαγαν τα απαραίτητα ένζυμα στο στομάχι για τη διάσπαση της χιτίνης, του σκληρού εξωσκελετού των εντόμων, ατόνησαν και υπέστησαν μεταλλάξεις. Το στομάχι των Ευρωπαίων έπαψε να διαθέτει τα βιολογικά εργαλεία για να τα χωνέψει, παγιώνοντας μια αποστροφή χιλιάδων ετών.
Η οδοντική πέτρα που πρόδωσε τις αρχαίες συνήθειες
Αυτή την εξελικτική διαδρομή έφερε στο φως νέα γενετική έρευνα από το Ινστιτούτο Εξελικτικής Βιολογίας (IBE), κοινό φορέα του Ισπανικού Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας (CSIC) και του Πανεπιστημίου Pompeu Fabra (UPF). Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances, βασίστηκαν στην ανάλυση 745 δειγμάτων οδοντικής τρυγίας από ανατομικά σύγχρονους ανθρώπους, με βάθος χρόνου που φτάνει έως και 33.000 χρόνια πίσω.
Η οδοντική πέτρα λειτουργεί ως αποθήκη αρχαίου DNA, παγιδεύοντας ίχνη από όσα κατανάλωναν οι πρόγονοί μας. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι στη βόρεια Ευρασία κατανάλωναν έντομα μόνο σποραδικά ή εντελώς τυχαία.
Την ίδια ώρα, η ανάλυση των γονιδίων της χιτινάσης έδειξε ότι οι μεταλλάξεις που εμποδίζουν τη διάσπαση του εξωσκελετού των εντόμων παραμένουν σταθερές εδώ και εννέα χιλιετίες στους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης στο IBE, Pablo Librado, η απουσία εντομοφαγίας δεν οφείλεται σε πρόσφατες συνήθειες ή θρησκευτικές παραδόσεις. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα εντόμων σε μη τροπικές περιοχές οδήγησε στην εγκατάλειψη της πρακτικής, παρασύροντας μαζί και τη βιολογική ικανότητα πέψης τους.
Οι τροπικοί πληθυσμοί και το μυστικό των ενζύμων
Στις περιοχές γύρω από τον ισημερινό η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Τα δείγματα έδειξαν ότι οι πληθυσμοί κοντά στους τροπικούς διατήρησαν γενετικές παραλλαγές που επιτρέπουν την υψηλή παραγωγή της όξινης χιτινάσης (CHIA) και της χιτοβιάσης (CTBS), των δύο βασικών ενζύμων του στομάχου που διασπούν τη χιτίνη.
Όπως εξηγεί ο Manuel Piñero, πρώτος συγγραφέας της έρευνας, η συλλογή εντόμων απαιτεί μεγάλη κατανάλωση ενέργειας. Στους τροπικούς όμως, η αφθονία ειδών όπως οι ακρίδες και οι τερμίτες επιτρέπει τη διαρκή και αποδοτική εκμετάλλευσή τους χωρίς θερμιδική απώλεια για τον άνθρωπο. Καθώς οι πληθυσμοί μετακινούνταν ιστορικά προς τα βόρεια γεωγραφικά πλάτη, η έκφραση αυτών των ενζύμων υποχωρούσε σταδιακά, δημιουργώντας το γεωγραφικό χάσμα που παρατηρείται μέχρι σήμερα.
Οι Νεάντερταλ είχαν άλλη άποψη
Αντίθετα με τους σύγχρονους ανθρώπους, οι Νεάντερταλ φαίνεται πως κατανάλωναν έντομα σε τακτική βάση, παρότι ζούσαν στα ίδια γεωγραφικά περιβάλλοντα. Η οδοντική τους πέτρα περιείχε εντυπωσιακά μεγάλες ποσότητες DNA εντόμων, σε ποσοστά παρόμοια με εκείνα που καταγράφονται στους δυτικούς χιμπαντζήδες όταν συμπληρώνουν τη διατροφή τους στη σαβάνα.
Τα περισσότερα γενετικά ίχνη ανήκαν στην τάξη των Διπτέρων, δηλαδή σε μύγες και κουνούπια. Το DNA κουνουπιών ήταν ιδιαίτερα πυκνό, στοιχείο που στηρίζει την υπόθεση ότι οι Νεάντερταλ αποθήκευαν θηράματα σε βάλτους ή έτρωγαν κουφάρια ζώων γεμάτα προνύμφες. Τα γονίδια των Νεάντερταλ, όπως και του μοναδικού ανθρώπου της Ντενίσοβα που εξετάστηκε, υποστήριζαν πλήρως την πέψη της χιτίνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ