Η ατμοσφαιρική ρύπανση εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους περιβαλλοντικούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, παρά τη σταδιακή μείωση των εκπομπών που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Στην Ελλάδα, η εικόνα παρουσιάζει βελτιώσεις σε σχέση με το παρελθόν, κυρίως λόγω της εισόδου των ηλεκτρικών οχημάτων, ωστόσο οι συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων παραμένουν υψηλότερες από τα επίπεδα που θεωρεί ασφαλή ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις αλλά και σε ορισμένες περιοχές της περιφέρειας.
Τα πιο πρόσφατα διεθνή στοιχεία δείχνουν ότι η Λαμία εμφανίζει τον υψηλότερο μέσο ετήσιο δείκτη συγκέντρωσης μικροσωματιδίων PM2.5 μεταξύ των ελληνικών πόλεων που παρακολουθούνται από το διεθνές δίκτυο της IQAir. Η κατάταξη αυτή βασίζεται στις μέσες ετήσιες συγκεντρώσεις των πλέον επικίνδυνων αιωρούμενων σωματιδίων, τα οποία λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους τους μπορούν να διεισδύσουν βαθιά στους πνεύμονες και να περάσουν ακόμη και στην κυκλοφορία του αίματος.
Πίσω από τη Λαμία ακολουθούν η Αθήνα, η Πάτρα, ο Βόλος, το Ηράκλειο, το Αγρίνιο, το Περιστέρι και άλλες μεγάλες αστικές περιοχές, με τις κατατάξεις να μεταβάλλονται ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, την κυκλοφορία των οχημάτων, τη λειτουργία συστημάτων θέρμανσης, αλλά και την εμφάνιση φυσικών φαινομένων όπως η μεταφορά αφρικανικής σκόνης ή οι καπνοί από μεγάλες δασικές πυρκαγιές.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά την ποιότητα του αέρα. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της IQAir, η χώρα κατατάσσεται στην 67η θέση μεταξύ 143 κρατών παγκοσμίως, με μέση ετήσια συγκέντρωση PM2.5 περίπου 14,9 μικρογραμμαρίων ανά κυβικό μέτρο, δηλαδή σχεδόν τρεις φορές υψηλότερη από τη νέα ετήσια οδηγία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η οποία έχει οριστεί στα μόλις 5 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η επιβάρυνση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Καθοριστικό ρόλο παίζουν η ιδιαίτερα μεγάλη ηλικία του ελληνικού στόλου οχημάτων, οι εκπομπές από τις κατοικίες κατά τη χειμερινή περίοδο, η βιομηχανική δραστηριότητα σε ορισμένες περιοχές, αλλά και φυσικοί παράγοντες όπως οι επαναλαμβανόμενες εισβολές αφρικανικής σκόνης, οι οποίες μέσα σε λίγες ώρες μπορούν να εκτοξεύσουν τις συγκεντρώσεις των μικροσωματιδίων σε ολόκληρη τη χώρα.
Τα PM2.5 θεωρούνται ο πιο επικίνδυνος ατμοσφαιρικός ρύπος για την ανθρώπινη υγεία. Πρόκειται για μικροσκοπικά σωματίδια με διάμετρο μικρότερη από 2,5 μικρόμετρα, τα οποία παράγονται κυρίως από τις εξατμίσεις οχημάτων, την καύση ξύλου και στερεών καυσίμων, τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αλλά και από χημικές αντιδράσεις στην ατμόσφαιρα. Η μακροχρόνια έκθεση σε αυξημένες συγκεντρώσεις τους έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων, εγκεφαλικών επεισοδίων, χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, άσθματος, καρκίνου του πνεύμονα και πρόωρης θνησιμότητας.
Η εικόνα στις ελληνικές πόλεις μεταβάλλεται σημαντικά μέσα στην ίδια ημέρα. Τις ώρες αιχμής, όταν η κυκλοφορία είναι αυξημένη και επικρατεί άπνοια, οι συγκεντρώσεις ρύπων μπορούν να αυξηθούν αισθητά. Αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια έντονων επεισοδίων αφρικανικής σκόνης, ακόμη και περιοχές που συνήθως παρουσιάζουν καλή ποιότητα αέρα καταγράφουν πολύ υψηλές τιμές PM2.5 και PM10, οδηγώντας τις αρμόδιες αρχές στην έκδοση συστάσεων προς ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη υιοθετήσει νέο πλαίσιο για την ποιότητα του αέρα, το οποίο προβλέπει ακόμη αυστηρότερα όρια έως το 2030. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη-μέλη, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, θα πρέπει να επιταχύνουν την ανανέωση του στόλου των οχημάτων, να περιορίσουν τις εκπομπές από τη θέρμανση των κατοικιών, να επεκτείνουν τα μέσα μαζικής μεταφοράς και να αυξήσουν τους σταθμούς συνεχούς παρακολούθησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Παρότι η χώρα μας δεν συγκαταλέγεται στις πιο επιβαρυμένες της Ευρώπης, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ποιότητα του αέρα εξακολουθεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η ανανέωση του γερασμένου ελληνικού στόλου αυτοκινήτων, η σταδιακή αντικατάσταση παλαιών συστημάτων θέρμανσης, η ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών και η καλύτερη παρακολούθηση των εκπομπών μπορούν να μειώσουν αισθητά την έκθεση των πολιτών στους πιο επικίνδυνους ατμοσφαιρικούς ρύπους και να βελτιώσουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής στις ελληνικές πόλεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ