Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

ΟΙ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ!

Το σφουγγάρι στην Ελλάδα φαίνεται να ήταν γνωστό από τα πανάρχαια χρόνια, αφού το αναφέρει και ο Όμηρος στα έπη του. Όπως επίσης το αναφέρουν και πολλοί άλλοι μεταγενέστεροι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς.

Στα πιο σύγχρονα χρόνια, οι πρώτοι που ασχολήθηκαν με τα σφουγγάρια ήταν οι κάτοικοι της Σύμης. Αυτοί ήταν που έμαθαν στη συνέχεια και τους υπόλοιπους νησιώτες πώς να μαζεύουν, να επεξεργάζονται και να εμπορεύονται τα σφουγγάρια. Ήταν τόσο στενή η σχέση του νησιού με το ψάρεμα των σφουγγαριών που οι ξένοι περιηγητές που επισκέπτονταν την Ελλάδα την εποχή εκείνη, πίστευαν ότι τα σφουγγάρια φύτρωναν μόνο στο βυθό γύρω από τη Σύμηκαι πουθενά αλλού.



Όταν στα 1522 τα Δωδεκάνησα έπεσαν στα χέρια των Τούρκων, μόνο οι Συμιακοί υποχρεώθηκαν να δίνουν στο Σουλτάνο σαν φόρο 12.000 χοντρά και 3.000 ψιλά σφουγγάρια. Αργότερα ασχολήθηκαν με τα σφουγγάρια οι Χαλκίτεςκαι οι Καστελλοριζιοί και γύρω στα 1800 ακολούθησαν οι Καλύμνιοι. Στα Δωδεκάνησα (Σύμη, Κάλυμνος, Χάλκη, Καστελόριζο), στα νησιά του Αργοσαρωνικού (Αίγινα, Ύδρα) και στη Λήμνο βρίσκονταν τα σημαντικότερα σπογγαλιευτικά κέντρα. Παράλληλα, η σπογγαλιεία είχε αναπτυχθεί και σε παραθαλάσσιες περιοχές της ηπειρωτική Ελλάδας, όπως η Ερμιόνη, το Γύθειο και το Τρίκερι.



Έως τα 1863 στα Δωδεκάνησα, τα σφουγγάρια τα ψάρευαν κυρίως γυμνοί βουτηχτάδες. Η «γυμνή κατάδυση» ήταν η παραδοσιακή μέθοδος που χρησιμοποιούνταν την εποχή εκείνη, αφού τα τεχνικά μέσα ήταν τελείως ανύπαρκτα. Στις αρχές Μαΐου, ομάδες τεσσάρων έως επτά ατόμων σαλπάριζαν με τις σκάφες τους (τύπος 15μετρου καϊκιού) για τους κοντινούς σφουγγαρότοπους.

Κρατώντας σφιχτά στο αριστερό τους χέρι μια πλατιά πέτρα που ζύγιζε κάπου 12 οκάδες, την «καμπανελλόπετρα»όπως την έλεγαν οι Συμιακοί ή την «σκανταλόπετρα» όπως την έλεγαν οι Καλύμνιοι, οι βουτηχτάδες κατέβαιναν σε βάθος που έφτανε τις 30-40 οργιές. Η μέθοδος αυτή απαιτούσε μεγάλη σωματική αντοχή και ικανότητα στο κράτημα της αναπνοής. Όπως διηγούνται στην Κάλυμνο, έναν νεαρό βουτηχτή τον κατάπιε κάποτε ένας καρχαρίας, αλλά λόγω του βάρους της «σκανδαλόπετρας», που κρατούσε πάνω του, το κήτος τον ξέρασε αμέσως χωρίς να τον τραυματίσει σοβαρά.

Στο νησί γύριζαν στις αρχές Σεπτεμβρίου, όπου τους περίμεναν οι ντόπιοι έμποροι. Αυτοί αγόραζαν, επεξεργάζονταν, ταξινομούσαν και συσκεύαζαν τα σφουγγάρια, τα οποία στη συνέχεια πωλούσαν σεΣύρο, Ναύπλιο και Κωνσταντινούπολη, για να περάσουν από εκεί σε Οδησσό, Κίεβο, Πετρούπολη, Μόσχα καιΒίλνα, με κατεύθυνση τη Δυτική Ευρώπη.

Μια άλλη μέθοδος που χρησιμοποιούσαν κυρίως το χειμώνα στη Σύμη και την Κάλυμνο, ήταν η καγκάβα. Η καγκάβα ήταν ένα τρεχαντήρι, χωρητικότητας 8 - 10 τόνων, με ιδιαίτερα ισχυρή πρύμνη όπου προσαρμοζόταν ένα εργαλείο, κάτι σαν μεγάλη απόχη, που τραβούσε πίσω του αργά το σφουγγαράδικο και που στο πέρασμά του ξερίζωνε σφουγγάρια, πέτρες και ότι άλλο εύρισκε στο βυθό.

Όπως αναφέρεται ενδεικτικά, σε διαφορετικές εποχές η Σύμη έφτασε να έχει 400 καγκάβες και η Κάλυμνος 360.



Στα 1862 ο Συμιακός Φώτης Μαστορίδης, ο οποίος εργαζόταν στα λιμενικά έργα που έφτιαχναν τότε οι Άγγλοι τιςΙνδίες, έφερε στη Σύμη ένα σκάφανδρο. Ήταν μια ολόσωμη λαστιχένια στολή με χάλκινο θώρακα, πάνω στον οποίο στερεωνόταν σφιχτά μια χάλκινη περικεφαλαία. Στο μπροστινό της μέρος υπήρχε ένα χοντρό γυαλί για να βλέπει ο δύτης, ενώ ένα μαρκούτσι που συνδεόταν με την αεραντλία του σκάφους, του επέτρεπε να αναπνέει. Τον εξοπλισμό συμπλήρωναν βαριά μεταλλικά παπούτσια και μολυβένια βαρίδια που ζύγιζαν κάπου 15 κιλά. Για να πείσει τους συμπατριώτες του για τη χρησιμότητα και την ασφάλεια που θα παρουσίαζε ο νέος τρόπος στην αλιεία των σφουγγαριών που τους πρότεινε, φόρεσε το σκάφανδρο στη γυναίκα του Ευγενία και την κατέβασε στο βυθό του λιμανιού. Έτσι στη Σύμη άρχισαν να χρησιμοποιούν το σκάφανδρο από τα 1863 και μετά. Στα 1864 το υιοθέτησαν και τα άλλα νησιά των Δωδεκανήσων, ενώ το ίδιο έκαναν στα 1866 και τα νησιά του Αργοσαρωνικού.



Βέβαια, τα σκάφανδρα, με την πλούσια σοδειά τους, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους, έφερναν πλούτο στα νησιά. Όπως υπολογίζεται, στα 1865 η Σύμη είχε έσοδα 21.186 στερλίνες, η Κάλυμνος 16.949 και η Χάλκη 5.000. Όμως, αυτή η οικονομική άνθηση πληρωνόταν κάθε χρόνο με εκατόμβες θυμάτων, νεκρούς και παράλυτους.

Οι γυμνοί δύτες ολοένα και λιγόστευαν, ενώ τα σφουγγάρια στο βυθό της θάλασσας άρχισαν να λιγοστεύουν. Για τους λόγους αυτούς οι κάτοικοι των νησιών άρχισαν να ξεσηκώνονται. Στη Σύμη και στην Κάλυμνο, που ήταν τα μεγαλύτερα σπογγαλιευτικά κέντρα, έγιναν επεισόδια. Στα 1884 οι γυμνοί δύτες στη Σύμη κατέστρεψαν στις αποθήκες του νησιού 45 σκάφανδρα, με συνέπεια να κλειστούν στις φυλακές της Χίου περισσότερα από 40 άτομα. Αυτό είχε σαν συνέπεια, η Δημογεροντία της Σύμης να πληρώσει 60.000 φράγκα σαν αποζημίωση στους ιδιοκτήτες τους. Ανάλογα επεισόδια έγιναν και στην Κάλυμνο.

Τον Μάϊο του 1892 έφθασε στην Κάλυμνο σαν περιηγητής ο σαραντάχρονος Λιθουανός καθηγητής των κλασσικών γλωσσών Charles Flegel. Ευαίσθητος στον ανθρώπινο πόνο, ο ελληνολάτρης αυτός άνθρωπος συγκλονίστηκε από την εικόνα που αντίκρισε. Παντού χαροκαμένοι και σακάτηδες των «ανθρωποκτόνων σκαφάνδρων», χήρες και ορφανά των αδικοχαμένων σφουγγαράδων από τη νόσο των δυτών. Έτσι ξεκίνησε μια μαχητική σταυροφορία, αφιερώνοντας τη ζωή του για τη λύτρωση των σφουγγαράδων από την κατάρα του σκάφανδρου και την επιστροφή τους στουςπαραδοσιακούς τρόπους ψαρέματος των σφουγγαριών.

Ο Charles Flegel γνώριζε πως το ζήτημα αυτό δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση. Για να καταπολεμηθούν τα σκάφανδρα θα έπρεπε να αποκλειστούν από όλες τις θάλασσες της Μεσογείου. Επίσης, θα ήταν απαραίτητη η πληροφόρηση τηςκοινής γνώμης και των κυβερνήσεων των μεσογειακών χωρών, προκειμένου να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Με ορμητήριο την Κάλυμνο, ο Charles Flegel άρχισε να ταξιδεύει στις χώρες της Μεσογείου, διαφωτίζοντας τη διεθνή κοινή γνώμη με άρθρα του σε εφημερίδες και με τη συμμετοχή του σε διεθνή συνέδρια. Χαρισματικός άνθρωπος καιπολύγλωσσος, γινόταν δεκτός από τους αρμόδιους αξιωματούχους των διαφόρων κυβερνήσεων, τους οποίους ενημέρωνε με σχετικά υπομνήματα. Προτού ανατείλει ο 20ος αιώνας, με δικές του ενέργειες, η Σάμος, η Κρήτη, ηΚύπρος, η Αίγυπτος και η Τυνησία θα έχουν απαγορεύσει τα σκάφανδρα στα νερά τους. Στα 1902 θα ακολουθήσει και η Οθωμανική Τουρκία, μετά από υπόμνημα προς τον Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα οι σχετικές διαβουλεύσεις δεν είχαν καταλήξει σε κάποιο αποτέλεσμα. Στα 1898 πέτυχε την απαγόρευση για ορισμένες περιοχές άλλα και η απαγόρευση αυτή δεν κράτησε για πολύ.

Με την εξαιρετική μόρφωση και τις σημαντικές διεθνείς γνωριμίες που διέθετε, ο Κάρολος Φλέγελ θα μπορούσε να είχε ζήσει μια άνετη κοσμοπολίτικη ζωή. Διάλεξε όμως να μείνει στην Κάλυμνο και να αγωνιστεί για τους αγαπημένουςσφουγγαράδες του. Η ευγενική καρδιά του, που μπόρεσε να χωρέσει τον πόνο ενός ολόκληρου σφουγγαράδικουκόσμου σταμάτησε να χτυπά στα 1928, σε ηλικία 78 χρονών.

Από την Κάλυμνο, τη Σύμη, τη Χάλκη, την Αίγινα, την Ύδρα και τα άλλα νησιά του Αιγαίου, τα σφουγγαράδικατραβούσαν για τους τόπους της σφουγγαροδουλειάς. Μερόνυχτα πάλευαν με μανιασμένα κύματα και λυσσασμένουςαέρηδες, χαμένοι συχνά μεσοπέλαγα με τα άρμενα τσακισμένα. Παρόλα αυτά ελάχιστα ήταν τα ναυάγια και λιγοστοί οιχαμοί σφουγγαράδων από τις κακοσύνες των καιρών. Ήταν όλοι τους έμπειροι ναυτικοί που γνώριζαν όλα τα σημάδιατων καιρών και τις κακοτοπιές των ακτών, τις ξέρες, τα βάθη τα των νερών και τα αραξοβόλια.

Για τις πίκρες και τους καημούς των σφουγγαράδων έγραψε και ο πεζογράφος Ανδρέας Καρκαβίτσας (1866-1922) στο ηθογραφικό του διήγημα «ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΔΕΣ», χαρακτηριστικό απόσπασμα από το οποίο διαβάζουμε παρακάτω:

«Ποτέ δε ζήλεψα την τέχνη του σφουγγαρά, ποτέ στη ζωή μου! Αγάπησα τη θάλασσα, τους κόρφους, τα νησιά, τους θυμούς και τη γαλήνη της, μα τους θησαυρούς της όχι, ποτέ! Από μικρός αισθανόμουν αηδία εμπρός σε μια μηχανή. Δεν ξέρω πώς μου φαινόταν, δε θυμούμαι πώς την παρομοίαζα, όχι όμως ποτέ με πλεούμενο, ευχή του Θεού και καμάρι της θάλασσας. Κάτι σιχαμερό, του Σατανά χειροτέχνημα, φάνταζε πάντα στα μάτια μου.

Όταν κάθε χρόνο, τη βδομάδα του Θωμά, το νησί μας βούρκωνε από το καρδιοχτύπι των μανάδων και στεφανωτικών, ή βούϊζε από το γλέντι των βουτηχτάδων, εγώ δεν έβλεπα μπρος μου παρά Λάμια τη Μπαρμπαριά, να στρώνει τα κρυσταλλένια κρεβάτια της για να πλαγιάσει αξύπνητα εκείνους που ζηλεύουν τα πλούτη της. Και όταν πάλι το χινόπωρο έβγαιναν όλοι στο ακρωτήρι να χαιρετήσουν το γυρισμό τους, εγώ με κακή περιέργεια έτρεχα να μετρήσω πόσοι γύριζαν παράλυτοι, κουρέλια της ζωής, και πόσοι απόμειναν στο Ασπρονήσι, των Αραπάδων βρώση και μπαίγνιο.

Μια χρονιά όμως λίγο έλειψε να τους ακολουθήσω και γω. Οι συνομήλικοί μου πήγαν όλοι και πήραν προκαταβολή από το γερο-Μορφονιό, το μεγαλέμπορο. Πήραν τα λεφτά με τη συμφωνία να τους κατεβάσει με παιγνίδια στο καράβι, όταν θα μπαρκάρουν. Με μέθυσε η κακή παρακίνηση, πήγα μαζί τους. Ο μεγαλέμπορος μου μέτρησε δύο «άγκουρες» κι έναν «παππού», μου έδωκε ακόμη και «νι φεούκ» για τρατάρισμα. Όλα μαζί χίλιες εκατόν είκοσι πέντε δραχμές. Δεν πήγα όμως να τα ρίξω στην ταβέρνα.
- Να, μάνα, της λέω, σου ΄φερα τα πλάτικα. Μεθαύριο μισεύω με τους σφουγγαράδες.

- Φεύγεις με τους σφουγγαράδες! Λέει εκείνη. Δεν πας καλύτερα να πέσεις στο Μαντράκι! Γλήγορα να δώκεις πίσω τα λεφτά. Ευκή και κατάρα άφηκε ο συχωρεμένος ο πατέρας σου, σφουγγαράς να μη γενεί κανείς απ΄ τη γενιά του. […] Ο πατέρας σου το είπε ρητά: Κάλλιο ζητιάνος παρά σφουγγαράς. […] Την άκουσα τη μάνα μου, έδωκα πίσω την προκαταβολή. Όχι τάχα πως ήμουν και τόσο υπάκουος. Αλλά η αντιπάθεια που έτρεφα στην τέχνη ξύπνησε μέσα μου με τον πρώτο λόγο της γριάς. Δε μπορούσα όμως και να ξηγήσω τι ήταν εκείνο που έδενε το θέλημα του πατέρα μου τόσο σφιχτά με το αίσθημά μου! Τι διάβολο! Κληρονομιά το είχαμε πάππου προς πάππου! Εγνώριζα πως ο πάππος μου ήταν ο καλύτερος βουτηχτής του καιρού του και συχνά παράβγαινε με τους Καλυμνιώτες. Κι ο πατέρας μου ήξερα πως έκανε την ίδια τέχνη, ως τη χρονιά που χάθηκε ο αδερφός του.»

Τα περισσότερα σφουγγαράδικα συγκροτήματα, με ντεπόζιτο (καΐκι που μετέφερε τα τρόφιμα, το νερό και τα καύσιμα)και δυο-τρείς αχταρμάδες (βενζινάδικα μηχανοκάϊκα 9-10 μέτρων), με μεγάλη και φαρδιά κουβέρτα, τον μεγαλύτερο χώρο της οποίας τον έπιανε η μεγάλη αργοκίνητη κάσα (αεραντλία) με τα εξαρτήματα και τους σωλήνες της που τροφοδοτούσε τον βουτηχτή με αέρα. Ο υπόλοιπος χώρος χρησίμευε για τον καθαρισμό και το λιάσιμο των σφουγγαριών, ενώ στην καμπυλωτή γάστρα του καϊκιού συγκέντρωναν και κρεμούσαν τις αρμαθιές με τα σφουγγάρια, μαγείρευαν και κοιμούνταν οι σφουγγαράδες.

Συνήθως τα σφουγγαράδικα τραβούσαν κατά τις ακτές της Βόρειας Αφρικής. Μετά από δυο μερόνυχτα, μέσω τηςΚρήτης, έφταναν στις ακτές της Λιβύης (Τομπρούκ, Ντέρνα, Βεγγάζη, Τρίπολη). Από εκεί χωριζόντουσαν. Άλλα έφευγαν για τις περιοχές της Αιγύπτου (Σαλούμ, Μάρσα Ματρούχ, Αλεξάνδρεια, Αμπουκίρ) και άλλα για τις περιοχές της Τυνησίας. Άλλα τραβούσαν νότια. Περνώντας από τα Δωδεκάνησα, την Κάρπαθο και την Κάσο έπιαναν Κύπρο, όπου δούλευαν γύρω-γύρω στις ακτές της. Από εκεί έβγαιναν ανοιχτά στη Συρία και κατέβαιναν ψαρεύοντας μέχρι τοΠορτ Σάϊντ. Πολλοί τολμηροί και ριψοκίνδυνοι καπεταναίοι κατευθυνόντουσαν δυτικότερα και έφταναν μέχρι τις ακτές της Αλγερίας και του Μαρόκου.

Οι σφουγγαράδες όταν έπιαναν στεριά στην Βόρεια Αφρική, η πρώτη τους έννοια ήταν να κανονίσουν για τις άδειες σπογγαλιείας με τις τοπικές αρχές και ύστερα να πέσουν στη δουλειά. Από τα χαράματα ξεκινούσαν το μεροκάματο, όλη μέρα οι κουπάδες στο γύρισμα της ρόδας της κάσας (αεραντλία ) και οι βουτηχτάδες να περιμένουν τη σειρά τους να φορέσουν το φόρεμα (σκάφανδρο) ή να αρπάξουν την βαριά «σκανταλόπετρα» και να πέσουν στην μαυροπράσινηθάλασσα. Δούλευαν ασταμάτητα όλους τους καιρούς εκτός των Αγίων Αποστόλων και το Δεκαπενταύγουστο τηςΠαναγίας. Τότε έκαναν το λιάσιμο των σφουγγαριών και αναπαύονταν για λίγο.

Καθημερινά αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα που μερικές φορές μπορεί να μην έβρισκαν κάποια λύση και να είχαν άσχημο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα αν αρρώσταινε κάποιος δεν τον πήγαιναν στο νοσοκομείο παρά μόνο αν ήταν"του θανατά", αλλιώς του προσφέρανε βοήθεια με ότι είχε το "φαρμακείο" του καϊκιού ή με διάφορα γιατροσόφια. Αυτό γινόταν γιατί το πιο κοντινό λιμάνι ήταν μίλια μακριά και το ψάρεμα των σφουγγαριών, μία δουλειά πολύ σχολαστική που δεν τους επέτρεπε να την αφήσουν στη μέση. Έτσι όταν τους τύχαινε κάποιο μοιραίο περιστατικό, κρατούσαν με πείσμα το τιμόνι της σφουγγαροδουλειάς και εύχονταν για άλλα ταξίδια με καλύτερες συνθήκες...!!

Την εποχή της προετοιμασίας για τα ποκινήματα (αναχώρηση) που διαρκούσε από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάρτιο, στους τόπους των σφουγγαράδων σήμαινε συναγερμός! Όλα ορίζονταν με βάση τη συνήθεια του κάθε τόπου. Τους πολύ ικανούς και έμπειρους δύτες τους έπαιρναν εκείνοι που πλήρωναν το μεγαλύτερο χαράτσι. Για τους άλλους δύτες, οι αμοιβές, τα ποσοστά και τα ρεγάλα, διαφοροποιούνταν ανάλογα με το είδος της κατάδυσης. Άλλη η αμοιβή για τονμηχανικό (τον δύτη που δούλευε με σκάφανδρο) και άλλη για τους γυμνούς δύτες. Το ίδιο ίσχυε και για κείνους που δούλευαν στην κουβέρτα, τους κολοσουζέρηδες, τους μαρκουτσέρηδες, τους μοτορίστες, τους τρεχαντηριέρηδες, τους ατζαμήδες κλπ.

Μετά το τσουρμάρισμα των πληρωμάτων και την υπογραφή των σχετικών συμφωνητικών, ακολουθούσε το καλαφάτισμα, το βάψιμο και η τελική συντήρηση των σκαφών, όπως και ο έλεγχος των εργαλείων και μηχανών κατάδυσης. Οι καπεταναίοι μεριμνούσαν για τις κουμπανίες (προμήθειες για την τροφοδοσία του τσούρμου τους): καβουρμάς (μικρά κομμάτια τσιγαρισμένο ή αλατισμένο κρέας βουτηγμένο σε ξίγκι) σε τενεκέδες, όσπρια, ελιές, τυρί κεφαλίσιο, κρεμμύδια, ψάρια παστά σε τσουβάλια, γαλέτες και άφθονο νερό σε βαρέλια, που συγκέντρωναν στο καΐκι που θα χρησίμευε για ντεπόζιτο.



Πριν την αναχώρηση, απαραίτητος ήταν ο αγιασμός και η παράκληση για βοήθεια στη χάρη του Αγίου Νικολάου, προστάτη και πνευματικό «καταφύγιο» των σφουγγαράδων. Η μέρα της αναχώρησης ήταν δύσκολη και φορτισμένη από έντονα συναισθήματα. Όλοι μαζεύονταν στο λιμάνι για να αποχαιρετήσουν τους δικούς τους και να τους ευχηθούνΚαλό Ταξίδι. Τα καΐκια σαλπάρανε και ο ορίζοντας γέμιζε από τα άσπρα μαντήλια του αποχαιρετισμού.

Αμέτρητες είναι οι πικρές, αλλά και οι περήφανες ιστορίες των Συμιακών, γιατί στη Σύμη ζούσαν κάποτε οι πιο ξακουστοί και ατρόμητοι βουτηχτάδες της Μεσογείου! «Εμάς η επιστήμη μας ήτον το βούτος…» λένε με καμάρι οι παλιοί στις ιστορίες τους. Συμιακοί σφουγγαράδες ήταν και εκείνοι που ανακάλυψαν το ναυάγιο των Αντικυθήρων τον Μάιο του 1900, όταν στον γυρισμό τους από τη Μεσόγειο, πόδισαν στα Αντικύθηρα λόγω μεγάλης φουρτούνας. Όταν η θάλασσα γαλήνεψε, ανήμερα Μεγάλη Τρίτη, ο σφουγγαράς Ηλίας Λυκοπάντης, κατέβηκε σε βάθος περίπου 50 μ. να ψάξει για σφουγγάρια. Όταν όμως έφτασε στο βυθό, αντί για σφουγγάρια αντίκρισε ένα αρχαίο ναυάγιο και γύρω-γύρω τον χώρο σπαρμένο με κομμάτια από χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα. Ο Λυκοπάντης ξανανέβηκε στην επιφάνεια κρατώντας το μπράτσο από ένα χάλκινο άγαλμα και με κομμένη την ανάσα διηγήθηκε στους συντρόφους του τα όσα θαυμαστά και απρόσμενα είχε δει στο βυθό.

Χρειάστηκε να περάσουν όμως έξι μήνες από τότε, ώσπου οι σφουγγαράδες να έρθουν σε επαφή με τον αρχαιολόγο και υπουργό Παιδείας της εποχής εκείνης, για να αρχίσει η οργάνωση της επιχείρησης ανέλκυσης του πολύτιμου φορτίου του ναυαγίου με τη συνδρομή και του Βασιλικού Ναυτικού.

Από τον πανέμορφο στην τελειότητά του χάλκινο «΄Εφηβο », τα διαβρωμένα από την αλμύρα της θάλασσας μαρμάριναγλυπτά και τα εκπληκτικά γυάλινα αγγεία, έως τα ξύλινα, χάλκινα και μολύβδινα λείψανα του πλοίου, τα αρχαιολογικάευρήματα αποτελούν μαρτυρία για την τέχνη, το εμπόριο και τη διακίνηση πολύτιμων καλλιτεχνημάτων τους καιρούς εκείνους. Παρά το γεγονός ότι πολλά από τα ευρήματα έχουν κατασκευαστεί στη Συρία και την Αλεξάνδρεια, το φορτίο του πλοίου αναμφίβολα προοριζόταν για τη Ρώμη, τη μεγάλη αγορά της εποχής, όπου τα μέλη της ανώτερης τάξης σαν μέσο κοινωνικής επιβολής και επίδειξης πλούτου, κοσμούσαν τις βίλες (οικίες) τους με έργα ελληνικής τέχνης.



Έναν και πλέον αιώνα μετά, το ναυάγιο έχει γίνει διάσημο και για τον περίφημο πλέον μηχανισμό που βρέθηκε ανάμεσα στους άλλους ανεκτίμητους αρχαιολογικούς θησαυρούς. Ένα χάλκινο αστρονομικό όργανο που προκαλεί τοθαυμασμό για την πολύπλοκη κατασκευή του (πολλαπλά γρανάζια και ανάλογοι άξονες), η οποία υπολογίζεται στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για έναν υπολογιστή με τον οποίο προσδιορίζονταν οι θέσεις του Ήλιου, της Σελήνης και πιθανότατα, των πέντε γνωστών κατά την αρχαιότητα πλανητών, όπως του Ερμή, της Αφροδίτης, του Άρη, του Δία και του Κρόνου. Επίσης χρησιμοποιούνταν για την πρόβλεψη των εκλείψεων του Ήλιου και τηςΣελήνης, καθώς και για τον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης των Πανελληνίων Αγώνων που πραγματοποιούνταν στην Ολυμπία, στους Δελφούς, στη Νεμέα, στην Ισμία και στη Δωδώνη. Εμπνευστής του μηχανισμού αυτού θα πρέπει να ήταν ο Αρχιμήδης.

Όπως έχει πει ο Άγγλος φυσικός, μαθηματικός και ιστορικός των Επιστημών Derek John de Solla Price, ομηχανισμός αποτελεί:
«το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται ως σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία».

Μελέτη - Προσαρμογή κειμένων:
Νάσος Βλαχάκης - Ιστοριοδίφης
Πληροφορίες - Φωτό: Διαδίκτυο

Μας το κοινοποίησε ο Φραγκούλης Φράγκος
από ανάρτηση στο odysseiablogspot.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ