Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

του Μιχάλη Μακρόπουλου
Ο Κωστής Παπαγιώργης γεννήθηκε το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης, γιος δημοδιδασκάλου, κι έζησε παιδικά χρόνια στην Παραλία της Κύμης, απ' το '51 ως το '60. Πέθανε στις 21 Μάρτη 2014 στην Αθήνα, όπου ήταν μόνιμα εγκαταστημένος από το '75, έπειτα από νομικές σπουδές ενός χρόνου στη Θεσσαλονίκη το '66, κι από άλλα έξι χρόνια βίου στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλοσοφία, δίχως πάλι ν' αποφοιτήσει.

Ξεκίνησε να γράφει βιβλιοκρισίες με ψευδώνυμα και κατόπιν στον ευρείας κυκλοφορίας Τύπο με το όνομά του, κι αυτά τα κείμενά του για βιβλία πρέπει ν' αριθμούνται σε μερικές χιλιάδες. Από το 1988, άρχισε να εκδίδει περίπου ένα βιβλίο τον χρόνο, και τούτο το δοκιμιακό του έργο είναι θαυμαστό, και σε ποικιλία θεματική και σε μοναδικότητα του ύφους, ένα ολωσδιόλου προσωπικό ανακάτεμα γνώσης, ένστικτου, συνειρμικής σκέψης, έμπνευσης, κομματιών που ο Παπαγιώργης αποσπούσε από τ' αναγνώσματά του και τ' αφομοίωνε οργανικά στη σάρκα του δικού του έργου, πάνω απ' όλα λέξεων που 'ρχονταν από ανόμοια περιβάλλοντα και βρίσκονταν στα κείμενά του να συνυπάρχουν (ως διά μαγείας αρμονικά).

Έγραψε για τον Σωκράτη και για την Ομηρική μάχη, για λογοτέχνες αγίους και καταραμένους (Ντοστογιέφσκι, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ), που σ' αυτούς νομίζω πως εντέλει ένιωθε κοντύτερα ψυχικά, και για φιλοσόφους (Ο Χέγκελ και η γερμανική επανάσταση, Τρία μουστάκια), αλλά δίχως να μιλήσει ποτέ τον αποστασιοποιημένο ολύμπιο λόγο των γενικών φιλοσοφικών σχημάτων, μα παραμένοντας πάντα μικρογράφος, ένας παρατηρητής των μικρών κινήσεων του σώματος και των σκιρτημάτων της ψυχής.

Και, παρά τα τόσα διαβάσματά του, έραψε παρ' όλα αυτά μονάχος τα δικά του παπούτσια και δεν βολεύτηκε ποτέ με τα παπούτσια άλλου. Ίσως γι' αυτό, κι ας διακόνησε τη μετάφραση μεταφέροντας μείζονα έργα στην ελληνική, επειδή κατ' αρχάς το μεταφραστικό έργο είναι φόρεμα ξένων παπουτσιών, πού και πού νιώθεις σαν να αισθανόταν άβολα, κι ο Κίρκεγκόρ του κι ο Μπλεζ Πασκάλ του, για ν' αναφέρω δυο παραδείγματα, δεν είν' ακριβώς Κίρκεγκορ και Πασκάλ.

Ο Παπαγιώργης σ' ό,τι κι αν έκανε δεν μπορούσε παρά να 'ναι ο εαυτός του, άνθρωπος ολοφάνερα παθιασμένος με τη γνώση, από κείνα τα κομβικά μυαλά όπου νήματα αναμεταξύ τους άσχετα τέμνονται. Τα βιβλία του για τ' ανθρώπινα πάθη και για τις αρετές και τις αδυναμίες του ανθρώπου (Περί μέθης, Μυστικά της συμπάθειας, Ζώντες και τεθνεώτες, Ίμερος και κλινοπάλη, Σύνδρομο αγοραφοβίας, Τα γελαστά ζώα, Περί μνήμης) είναι κουρελούδες όπου θαυμάζεις πώς συνταιριάχτηκαν τα κομμάτια – σαν πουλί που, μ' ό,τι ετερόκλητο βρει, φτιάχνει μια θαυμαστή φωλιά. Και η ιλύς που τα συγκρατεί για να μη σκορπίσουν, είναι εντέλει το γλωσσικό ιδίωμα, η επιλογή της λέξης (συχνά απροσδόκητη, κάποτε επιτηδευμένη, ουδέποτε αδιάφορη), ο τρόπος που οι λέξεις συνυπάρχουν, που συντάσσονται οι φράσεις.

Υπάρχουν συγγραφείς, και μάλιστα λογοτέχνες, που για να μιλήσεις για το βιβλίο τους πρέπει πρώτα να το διαβάσεις όλο, και στο τέλος να πεις σε τι αφορούσε. Ξέχωρες φράσεις, ως και παράγραφοι, δεν πολυφανερώνουν κάτι. Στον Παπαγιώργη, και μάλιστα σ' όλα ανεξαιρέτως τα κείμενά του, η φράση είναι βινιέτα, και οι καλύτερες απ' αυτές κλείνουν όμοιες με μαγικό κουτί μέσα τους ολάκερο το έργο του συγγραφέα. Τις απομονώνεις και δεν μένουν γυμνές, ο συγγραφέας είν' ακόμη εκεί, πλήρης μες στη φράση του, που 'χει την αποφθεγματική πυκνότητα (κάποτε και τον διδακτισμό) μιας παροιμίας. Θα μπορούσε κανείς μάλιστα να πει πως ο Παπαγιώργης, αφού πρώτα διάλεγε τον «καλόγερο» που ήταν το εκάστοτε θέμα, κρέμαγε απάνω του σαν πανωφόρια (όλα πρωτοφορεμένα και κανένα πρεταπορτέ) αυτές τις απανωτές παροιμίες που γένναγε η πένα του – πένα λογίου με λαϊκή ψυχή.

Και, σε τούτο το προσωπικό ιδίωμα που σ' αυτόν εντέλει είναι σαρξ εκ της σαρκός του, σίγουρα θα 'παιξε τον ρόλο της η αμφίθυμη σχέση που ο Παπαγιώργης δείχνει να είχε με την Ελλάδα. Ο εβδομαδιαίος σχολιασμός της νεοελληνικής καθημερινότητας στη Λαϊκή απογευματινή, στ' Αθηνόραμα, η τριλογία για το '21 (Κανέλλος Δεληγιάννης, Τα καπάκια, Εμμανουήλ Ξάνθος), όλ' αυτά δείχνουν στενή σχέση με τα της Ελλάδας, τα τωρινά και τα τοτινά, και στις καλύτερές τους στιγμές ως και τα χρονογραφήματα, που προφανώς γράφονταν για βιοπορισμό, είναι προϊόντα θαυμαστής βαθύνοιας και χειρουργικής συλλογιστικής ακρίβειας, και μπορεί σε μία όλη κι όλη φράση τα σκόρπια νήματα ως εκ θαύματος να πλέκονται όλα.

Τι 'θελε, ωστόσο, ο Παπαγιώργης απ' την Ελλάδα; Σαν να την αναζητούσε γιατί κάτι σ' αυτήν δεν τον βόλευε – από τους ανθρώπους που εδώ δεν μπορούν κι αλλού δεν κάνουν. Ο άνθρωπος που 'ναι και μέσα και έξω είν' ίσως ο πιο πολύτιμος, γιατί μήτε απαξιεί μήτε χωνεύεται μες στον χυλό, αλλά μπορεί και να βλέπει, και να νιώθει, και να συμπάσχει, και να κρατάει απόσταση. Ανάμεσα στ' άλλα, λοιπόν, ο Παπαγιώργης από μέρα σε μέρα κι από χρόνο σε χρόνο ήταν χαρτογράφος οικείων αλλ' αγνώστων υδάτων, σ' αναζήτηση μιας Ελλάδας που ολοένα ξεγλιστρά – και μάλιστα διαφορετικού είδους χαρτογράφος κι εξερευνητής από τον Πετρόπουλο, για παράδειγμα, που επίσης δεν έπαψε ποτέ να ορίζει τις συντεταγμένες του προσωπικού ελληνικού του χάρτη, αλλά πάντα με θυμό και με μια πικρία, εκεί που στον Παπαγιώργη νιώθεις να υπάρχει συγκατάβαση και μια συμπάθεια απέναντι στα πάθη και τα λάθη.

Συνολικά, έγραψε είκοσι δύο βιβλία, που το καθένα κλείνει μ' έναν τρόπο μέσα του και τ' άλλα, και που οι καλύτερές τους φράσεις τα συνοψίζουν γιατί δεν θα μπορούσαν να γραφτούν από κανέναν άλλον, παρά μόνον απ' αυτόν. Στη συγγραφική του πορεία είχε την τύχη να διαβαστεί πολύ, οπότε χάθηκε αλλά δεν απολέσθηκε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΑΝΑΡΤΩΝΤΑΙ ME ΜΙΚΡΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΛΕΓΧΟΥ